ΟΙ τρείς πεταλούδες

Εκτός απ' τη πολιτική υπάρχει κι ο έρωτας έλεγε ένα παλιό σύνθημα. Παραφράζοντας το, εκτός απ τη πολιτική υπάρχουν κι άλλες ανησυχίες, κάποιες μάλιστα μεταφυσικές.
Είχα βγει με ένα πολύ καλό μου φίλο να φάμε κάτι και να  πιούμε κάνα κρασάκι. Έχουμε μια αδελφική σχέση, που κρατάει τριάντα χρόνια τώρα.
Το τελευταίο διάστημα, μια που μένουμε αρκετά μακριά, δε βλεπόμαστε  τόσο συχνά, αλλά όμως μια φορά το μήνα θα συναντηθούμε και  θα το ξενυχτίσουμε συζητώντας επί παντός επιστητού.

 Το βράδυ αυτό είχαμε επιμείνει πολύ στο θέμα τής μετά θάνατον ζωής. Τι συμβαίνει, που πηγαίνει ο άνθρωπος,  υπάρχει άλλος κόσμος; τι γίνεται η ψυχή του, μένει κάπου, υπάρχουν αποθήκες ψυχών, φυλάσσονται; ή μήπως  οι  ψυχές μεταναστεύουν σε ξένα σώματα;
Ο φίλος μου πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, ότι κάτι υπάρχει΄΄ εκεί΄΄, στο υπερπέραν και μας περιμένει. Απ τη μεριά  μου πάντως δε πιστεύω ότι υπάρχει κάτι. Κενό, χάος, τίποτα. Αν υπάρχει γιατί  δε βρέθηκε κάποιος να μας ειδοποιήσει; Να δώσει ένα σήμα... Τόσοι σοφοί διαβήκαν για τον άλλο κόσμο, ήρωες , τολμηροί και ικανοί άνθρωποι και δε μπόρεσαν να μας ειδοποιήσουν ότι είναι  ΄΄εκεί΄΄....
Θυμήθηκα λοιπόν ότι πριν χρόνια είχα διαβάσει μια καταπληκτική ιστορία γραμμένη από τον Αλέκο Σακελλάριο στο τελευταίο του βιβλίο ΄΄Λες και ήταν χτες΄΄ ένα βιβλίο τριακοσίων σελίδων,  με πολλές μικρές πραγματικές  ιστορίες  από τη πολυτάραχη ζωή τού Σακελλάριου, τελευταία αυτή με τίτλο ΄΄οι δυο πεταλούδες΄΄
Τη μετέφερα στο φίλο μου και τη γράφω τώρα  όπως τη θυμάμαι,  με τα λόγια τα δικά μου  και  όχι του  βιβλίου
Πριν όμως αρχίσω την ιστορία, να πω, για τους νεότερους που πιθανόν να μη ξέρουν, κάποια  πράγματα  για  το μέγιστο Αλέκο Σακελλάριο. Γεννήθηκε το 1913 στην Αθήνα, δημοσιογράφος, χρονογράφος, ευθυμογράφος, θεατρικός συγγραφέας  - 200 θεατρικά έργα, έγραφε πάντα παρέα, συγγραφικό δίδυμο με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, σεναριογράφος 60 ταινιών, στιχουργός 2000 τραγουδιών, σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου, παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών, άπειρες επιτυχίες, κυριολεκτικά  θρύλος... Αποβίωσε  το 1991   σε ηλικία  78 χρόνων
Διηγείται λοιπόν ο Σακελλάριος:
‘‘Τα χρόνια που ακολούθησαν τον εμφύλιο, οι άνθρωποι του θεάτρου μετά τη παράσταση συνήθιζαν να μαζεύονται στα  καφέ και τις ταβέρνες της Φωκίωνος Νέγρη, να συζητάνε, να διαλογίζονται και να αστειεύονται μέχρι τις πρωινές  ώρες. Το καιρό  εκείνο, εγώ ήμουν αχώριστος με το Γιαννακόπουλο αλλά και με το Μίμη τον Κοκκίνη, πρωταγωνιστή  του θεάτρου. Ο Μίμης υποστήριζε ότι υπάρχουν φαντάσματα και  ότι τα φοβόταν πολύ. Ο Γιαννακόπουλος του έκανε πλάκα και του έλεγε, ότι όταν πεθάνει θα γίνει φάντασμα και θα του πιει το αίμα. Παρενέβη για να σώσω τον απλοϊκό Μίμη που άρχισε να χάνει  το χρώμα του και τους κάλεσα να υποσχεθούν ότι όποιος διαβεί πρώτος για την άλλη ζωή   και εφόσον υπάρχει τέτοια να βρει τρόπο να ειδοποιήσει τους άλλους, να  δώσει ένα σήμα  ότι είναι  ΄΄εκεί ΄΄ και τους περιμένει.
Τα χρόνια περάσαν, πρώτος συγχωρήθηκε ο Κοκκίνης,  τον κλάψαμε τον φίλο μας, στεναχωρηθήκαμε, όμως ο χρόνος περνάει  κι η ζωή σε παρασέρνει με τη καθημερινότητα της. Αγωνίες, όνειρα, ελπίδες,  νέα ενδιαφέροντα  σου επαναπροσδιορίζουν τη ζωή . Ξεχάσαμε τον Μίμη και συνεχίσαμε τη ζωή μας. Έτσι σκυμμένοι σε λευκές κόλλες με χαρτί περνούσαμε τη μισή ζωή  εγώ κι ο Χρήστος. Γράφαμε  , γράφαμε με ευκολία και μανία. Όμως υπήρχαν  και στιγμές που τα κείμενα δε ΄΄βγαίναν΄΄ , ώρες, καμιά φορά και μέρες. Ζούσα τότε στη Κυψέλη σε μια  σοφίτα, Γενάρης μήνας και το δωμάτιο είχε γεμίσει καπνούς απ τα τσιγάρα, το κείμενο δε  προχωρούσε, είπα στο Χρήστο ν΄ ανοίξει το παράθυρο , να  φύγουν οι καπνοί και να μπει φρέσκος αέρας, μήπως φρεσκαριστεί το μυαλό μας και κατεβάσει κάποια καλή ιδέα... Απ το ανοιχτό παράθυρο  μαζί με τον  αέρα, μπήκε  και μια μικρή πολύχρωμη πεταλούδα, απ αυτές που ονομάζουν ψυχές και αφού  έκανε μερικές βόλτες πάνω απ΄  τα κεφάλια μας πήγε και κάθισε πάνω στο λευκό χαρτί. Σήκωσα το χέρι μου να τη χτυπήσω, όμως  έμεινα στήλη άλατος, καθώς άκουσα έντρομο τον Γιαννακόπουλο να φωνάζει ΄΄μη ο Κοκκίνης΄΄ Γύρισα  έκπληκτος και τον άκουσα να  μου λέει ΄΄θυμάσαι τη συζήτηση που κάναμε για την άλλη ζωή και τα μηνύματα; Ε ο Κοκκίνης είναι κι ήλθε να μας  δει!΄΄ Είχα ακούσει ότι στις πεταλούδες αρέσει η ζάχαρη. Έτσι πήρα λίγη ζαχαρίτσα  απ τη κουζίνα, έβαλα στην άκρη ενός κουταλιού  και το άφησα στο γραφείο. Η πεταλούδα – Μίμης κάθισε στο κουταλάκι με τη ζάχαρη, έπαιξε ή έφαγε και μας έκανε παρέα κάνα μισάωρο. Κάποια στιγμή  σηκώθηκε,  έκανε δυο βόλτες πάνω απ τα κεφάλια μας και έφυγε απ το ανοιχτό παράθυρο. Δεν το κρύβω ότι προβληματίστηκα. Ήταν μήνυμα αυτό;  Λες να ήταν  ο Κοκκίνης; 
Ο καιρός πέρασε, έρωτες, γάμοι, παιδιά, επιτυχίες, αποτυχίες και αλίμονο το γήρας δεν διακόπτεται... Ο αγαπητός μου Χρήστος έφυγε  και αυτός... Μεγάλο το πλήγμα, Ο Χρήστος ήταν αδελφός....γυναίκες άλλαξα πολλές, αυτός όμως ήταν μόνιμος, άνθρωπος ζωής... Έπεσα σε κατάθλιψη  Πέρασε  αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να συνέλθω... Όμως  ο χρόνος  όλα τα επουλώνει  Έτσι, με δυσκολία βέβαια, συνέχισα.  Μόνος    στον  ίδιο χώρο, σκάλιζα τα γραφτά μου και  κάπνιζα, άνοιξα λίγο το παράθυρο,  πήρα το καφέ μου και ξαφνικά, δύο πολύχρωμες πεταλουδίτσες μπήκαν στο δωμάτιο, δεν έδωσα σημασία και συνέχισα να σκέφτομαι την ιστορία που έγραφα. Όμως αυτές αφού παίξανε στον αέρα, ήλθαν και κάθισαν   ακίνητες, πάνω στις κόλλες χαρτί στο γραφείο. Κάνω να τις διώξω τίποτα. Πάγωσα! Ρε λες νάνε ο Κοκκίνης με το Γιαννακόπουλο;  Τρομαγμένος και συγκινημένος θυμήθηκα τη ζάχαρη,  έβαλα λίγη  στο γραφείο, μου κάναν παρέα κι εγώ τις κοίταζα... Από  που νάρχονταν άραγε; Σίγουρα ΄΄εκεί΄΄ θα ήταν ο παράδεισος. Δε μπορεί  η κόλαση να διαθέτει πεταλούδες, εκτός κι αν είναι πεταλούδες - βαμπίρ ... Ξαφνικά όπως ήρθαν , σηκώθηκαν, κάναν ένα ακροβατικό πάνω απ το κεφάλι μου κι  εξαφανίστηκαν απ το ανοιχτό παράθυρο... Ο χρόνος περνάει, ανελέητος, αδυσώπητος, το νοιώθω ότι έρχεται η σειρά μου... Μάλλον έχει αργήσει... κι οι φίλοι μου  ΄΄εκεί΄΄ θα ανυπομονούν να με δούνε  στη συντροφιά τους.... Να θυμάστε όμως αν κάποια νύχτα του χειμώνα απ το ανοιχτό σας παράθυρο, μπει μια παρέα από τρεις πεταλούδες, μη τις διώξετε, βάλτε λίγη ζαχαρίτσα κάπου να φάνε κι αφήστε τις να σας διασκεδάσουν... Θα είναι ο Κοκκίνης, ο Γιαννακόπουλος κι εγώ...’’
Κάπως έτσι θυμάμαι την ιστορία, ελπίζω ο κυρ Αλέκος να μη μου θυμώσει αν δεν την απέδωσα με ακρίβεια , άλλωστε θα έχει την ευκαιρία  να με παρατηρήσει όταν κι εγώ θα έχω γίνει μια μικρή πεταλούδα στον κόσμο τους  ΄΄εκεί΄