΄΄Ο παγωμένος Δούναβης της καρδιάς του σταμάτησε ξαφνικά να κυλά...΄΄

''Τέλος σημαίνει δύο πράγματα στην ελληνική γλώσσα. Το ένα είναι αυτό που λέμε κι εμείς, που έχει φτάσει μέχρι σε μας. Τέλος, τέρμα. Παύλα. Τέλος σημαίνει το σκοπό. Κι εμείς που ‘χαμε μάθει τα παλιά γράμματα, μαθαίναμε στο συντακτικό «τελικές προτάσεις» και «τελικοί σύνδεσμοι». Τελικοί σύνδεσμοι να, όπως, ως. Τελικές προτάσεις, οι προτάσεις του σκοπού. Κάνω κάτι για να. Μελετάω για να πετύχω στις εξετάσεις. Εργάζομαι για να προοδεύσω. Προσέχω την υγεία μου για να μην αρρωστήσω. Το αποτέλεσμα.

Αυτές οι δύο διαφορετικές σημασίες συναντιούνται με τον εξής περίεργο και θαυμαστό τρόπο για τους Έλληνες. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας, όλη μας η ζωή σαν μία πορεία, σαν μία δυναμική, σαν μία δυνατότητα, σαν μία σάρκωση, σαν μία πραγμάτωση, αποβλέπουν στο τέλος. Στο θάνατό μας.
Ο θάνατός μας, το τέλος, θάνατος. είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Όλα δηλαδή ό,τι κάνουμε είναι μία ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί, θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μου, το πώς θα πεθάνω.'' Απόσπασμα  από τη ΄΄Φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου΄΄ του πρόωρα χαμένου καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη
Το τέλος μας προσδιορίζει τη ζωή, η οποία αποβλέπει στο τέλος. Δεν είναι χωρίς σημασία που διάλεξα τον Λιαντίνη να προλογίσει την ανάρτηση για τον Ρασούλη. Ο καθηγητής  που συντάραξε το πανελλήνιο με τον τρόπο που έφυγε, ήταν ένας ανήσυχος φιλόσοφος, ένα λαμπερό πνεύμα, ένας εκκεντρικός παιδαγωγός σύμφωνα με κάποιους, ένας ΄΄τρελός΄΄ κατ΄ άλλους  και αυθαιρετώντας τον βάζω  να  σχολιάσει το θάνατο με αφορμή την είδηση ότι ένας άλλος τρελός, με ή χωρίς εισαγωγικά, ένας ΄΄ανατολικός φιλόσοφος΄΄, ένας ΄΄παρά φύσιν'' ποιητής, ένας προκλητικός και κόντρα στο  ρεύμα τραγουδοποιός, ένας σύγχρονος αιρετικός,  ο Μανώλης Ρασούλης έφυγε απ τη ζωή. ΄'Ο παγωμένος Δούναβης της καρδιάς μου σταμάτησε ξαφνικά να κυλά. Τα νερά του δεν πήγαιναν πουθενά κι ότι αγάπησα και μ αγάπησε νόμισα πως χάθηκε στα σκοτεινά και παντοτεινά΄΄   
Ο Μανώλης Ρασούλης λοιπόν ήταν ποιητής, συγγραφέας, τραγουδιστής, στιχουργός αλλά πιστεύω όλα αυτά ήταν εκφάνσεις του φιλοσοφικού του πνεύματος. Αμφισβητούσε τα πάντα, κοινωνικό κατεστημένο, θρησκεία, μουσικές εταιρείες, συναδέλφους του, πολιτικά κόμματα, ιδεολογίες. Μου άρεσε να τον ακούω μολονότι δεν μοιραζόμασταν  την ίδια κοσμοθεωρία. Τον είχα ακούσει πολλές φορές ζωντανά, να τραγουδά και παρότι δεν ήταν η σπουδαία φωνή, μετέδιδε το κέφι του, την ενέργεια,  τη καλή του διάθεση. Θυμάμαι όταν είχα πρωτακούσει την ΄΄Εκδίκηση της Γυφτιάς '', το 1978... Με είχαν καταπλήξει οι στίχοι του, διαφορετικοί, ασυνήθιστοι, πρωτότυποι,  χάραξαν νέους δρόμους ... Την εποχή αυτή το πολιτικό τραγούδι κυριαρχούσε και βγαίνει μια παρέα νέων και χαλάει κόσμο με τραγούδια περίεργα, λαϊκά αλλά όχι ακριβώς, αγαπησιάρικα. Παρέα με τον νεαρό τότε Αιγυπτιώτη συνθέτη Νίκο Ξυδάκη και ερμηνευτή κύρια τον εκπληκτικό Νικο Παπάζογλου, σε παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου, ο οποίος τραγουδά και το υπέροχο ''Βρέχει στην εθνική οδό΄΄ Γίνανε όλα επιτυχίες... Το  ''Τρελλή κι αδέσποτη''  ύμνος των φοιτητικών
 ερώτων  θα τραγουδιέται εσαεί 
Νοιώθω ποια είσαι όταν λες το σ' αγαπώ
σαν μια βασίλισσα τσιγγάνα που περνάει
και μπαίνει στις καρδιές σαν να 'τανε μετρό
που φωτισμένο βάζει μπρος και ξεκινάει
Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη
έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά
έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι
έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά
Ποιος αλήθεια θα έγραφε το ''Μη μ΄αποκαλείς τεμπέλη''
Όταν χάμω την αράζω

και κοιτώ τον ουρανό
όλοι λεν πως τεμπελιάζω
μα εγώ στη μοίρα τούς μιλώ
Μη φωνάζεις πως χαζεύω
σα με βλέπεις να γυρνώ
την αγάπη μου μαζεύω
μεσ΄ απ' το σκουπιδαριό
Μη μ' αποκαλείς τεμπέλη

και μου σπας το ηθικό
η καρδιά λεφτά δε θέλει
για να πει το σ' αγαπώ
ή ακόμα το  ''Τροχαίο''
Ντελαπάρισ΄η καρδιά μου                        
μες στο διάβα σου
αμάν δυστύχημα
Τώρα πρέπει να πληρώσω
ό,τι πιάσ' η γκλάβα σου
ναι πάω στοίχημα
Εγώ σε παίρνω παραλία
κι εσύ ξηγιέσαι φύκια
πως μένω στην καρδούλα σου
τώρα ζητάς και νοίκια
Τι να τα κάνω τα λεφτά
όταν δεν έχω φράγκο

τι να το κάνω τ' όχημα
μετά από τέτοιο τράκο

Είναι λοιπόν η σχολή Ρασούλη,  ένα χρόνο μετά έρχονται ''Τα ΔΗΘΕΝ'' με τους ίδιους συντελεστές  Το θρυλικό ''Οι μάγκες δεν υπάρχουν πιά''  με τον Νίκο Παπάζογλου γράφει ιστορία
Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια
τους πάτησε το τρένο,
με μάγκικο σαλπάρανε
με ναργιλέ σβησμένο.
Μεγάλωσε ο μπαγλαμάς
κι έγινε σαν βαπόρι,
παλιοί καημοί στ’ αμπάρι του
στο πουθενά η πλώρη.
Σε λαϊκή στεκότανε
ο Χάρος και πουλιότανε,
και μια γριά, καλή γριά
του αγοράζει δυο κιλά.

Στη συνέχεια ο θρίαμβος  με τον Μάνο Λοίζο και ''Τα τραγούδια  της Χαρούλας''Είχα τη τύχη νεαρός τότε στα 1979, να τ΄ ακούσω ζωντανά στο Ζυγό στη Πλάκα, από τη μοναδική Χαρούλα Αλεξίου, ποιος αλήθεια δεν έχει χορέψει το ''Φαντάρο'', πόσοι έχουν ερωτευθεί με το ''Ολα σε θυμίζουν''  και το ''Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι''
Μου λες πως είμαι, μάτια μου, πόλη μενεξεδένια,
στις γειτονιές μου πως μεθάς την πιο κρυφή σου έννοια.
Μου λες πως είμαι τ' όνειρο, τ' ονειροδρόμιό σου,
τη μια ταξίδι στη χαρά, την άλλη στο χαμό σου.
Κι εγώ σαν πόλη αφήνομαι τη νύχτα του Σαββάτου,
να κάνεις στην αγκάλη μου το γύρο του θανάτου.
ή δεν έχουν συγκινηθεί με το ΄΄Τίποτα δεν πάει χαμένο'  και το ''Μες΄το πλήθος''

Μες στο πλήθος σ είχα δει το 62
στη διαδήλωση που βάφτηκε στο αίμα,

κι η μορφή σου μου χε μείνει στο μυαλό
κι ούτε τ όνομα δεν ήξερα από σένα.

Και στης λήθης το σεντόνι το λευκό

σε τυλίξαν τα πιο δύσκολά μου χρόνια,

μα μια μέρα κάπου το 68

σε ξανάδα μες στο τρένο στην Oμόνοια ...

...Κάνε διάλειμμα, Χαρούλα, πες μας τον καρσιλαμά

...να γλυκάνεις τις καρδιές μας και τα βρίσκουμε μετά.

...Κάνε διάλειμμα να σβήσει της καρδιάς μας η φωτιά,

...ο χορός να μας μεθύσει και τα βρίσκουμε μετά 

Στη συνέχεια συμμετέχει στους αγώνες της Κέρκυρας, 1981, του Μάνου Χατζηδάκη με το ''Αχ Ελλάδα σ αγαπώ'' σε μουσική της Βάσως Αλαγιάννη, ερμηνευμένο απ τον  ίδιο, ενω αργότερα θα το αποδώσει εξαιρετικά ο Νίκος  Παπάζογλου
Η πιο γλυκιά πατρίδα
είναι η καρδιά
Οδυσσέα γύρνα κοντά μου
που τ' άγια χώματα της
πόνος και χαρά
Κάθε ένας είναι ένας
που σύνορο πονά
κι εγώ είμαι ένας κανένας
που σας σεργιανά
Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ
και βαθιά σ' ευχαριστώ
γιατί μ' έμαθες και ξέρω
ν' ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ
και να μην σε υποφέρω
Και κάπου εκεί αρχίζει η συνεργασία του με το Χρήστο Νικολόπουλο που απέφερε τρεις δουλειές , το 1981, βγαίνουν ''Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει'', όπου το ομώνυμο, ερμηνευμένο απ τον Γιώργο Νταλάρα κάνει θραύση, καθώς και το ''Αντε  μάτια μου γλυκά'' με τη Γλυκερία, αλλά για μένα το καλύτερο κομμάτι ήταν το ''Ιστορία ζήλειας και έρωτα'' με τον Δημήτρη Κοντογιάννη

Χτύπησε η πόρτα, πήγα για ν’ ανοίξω,
ήτανε, που λέτε, ο καινούργιος της.
"Θέλω εξηγήσεις πριν το προχωρήσω,
γιατί πας συνέχεια και την ενοχλείς."
"Ψυχραιμία τώρα", είπα στην καρδιά μου,
ήρθε να τ’ ακούσει και θα του τα πω,
αφού μου θυμίζει τόσα χρόνια πίσω
αχ, τον εαυτό μου πόρτες να χτυπώ.



Εντάξει, φίλε, τώρα είναι πια δικιά σου.
Πάρε τη θέση και την πίκρα μου δικιά σου.
Σ’ αυτή τη μάχη μπορεί να ’μαι πληγωμένος,
μα δεν υπάρχει νικητής και νικημένος.
Σουτ, μη με διακόπτεις, λίγο ακόμα θέλω,
κράτα τις ορμές σου για ελόγου της.
Ναι, την αγαπούσα και βαθιά με λιώνει,
έτσι που συμβαίνει, έτσι να της πεις.
Τούτο το παιγνίδι το ’χουν παίξει όλοι
και το έπαθλό μας πίκρα και καημός.
Σήκωσα τα χέρια και με περηφάνια
μες στα αποδυτήρια κλαίω μοναχός.

Ακολούθησε το 1982 ο δίσκος ''Ολοι δικοί μας είμαστε''  και το 1984 το ''Παίξε Χρήστο Επειγόντως'' απ όπου ξεχωρίζουν  το ''Αναμνήσεις απ το μέλλον του ερωτά μας'',  ''Καθόμουνα στου Λέντζου κι έπινα καφέ''  οι θρυλλικές ''Νταλίκες'' και ''Το πιό παράξενο τραγούδι'' ερμηνευμένο απ τον Πασχάλη Τερζή

Το πιο παράξενο τραγούδι που 'χω πει,
το πιο γλυκό, το πιο βαρύ
είναι η ίδια μου, η ίδια μου η ζωή.
Κάθε στίχος του και πίκρα,
κάθε αγάπη και στροφή,
θέλω να το πω στο τέλος,
μα μου τρέμει η φωνή.
Ελάτε όλοι σας απόψε που 'χω πιει
κι όλοι μαζί, τέμπο βαρύ,
μέχρι τον Άδη, τον Άδη ν' ακουστεί.

 Το 1984 επίσης κυκλοφορεί το ''Ναι στο ναί και Ναι στο όχι'' 'οπου υπάρχει ένα εκπληκτικό ροκ κομμάτι, με τη δική του φωνή, το ''Στη ρωγμή του χρόνου'' σε μουσική Νίκου Ξυδάκη και το οποίο ερμήνευσε αργότερα στο ''Μέσω Νεφών'', μοναδικά, ο Νικος Παπάζογλου
Eδώ στη ρωγμή του χρόνου
Κρύβομαι για να γλιτώσω,
απ' του Ηρώδη το μαχαίρι
Μισολειωμένος στη Χιροσίμα σου
Κάτι προγόνων ξύδι και χολή
σ' αυτήν την άδεια πόλη
Εδώ στη ρωγμή του χρόνου
Θάβομαι για να μεστώσω
μες του Διογένη το πιθάρι
Στον όγδοο μήνα της, είναι η ελπίδα μου
Σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά
καθώς εσύ κουρνιάζεις
Εδώ στη γιορτή του πόνου
Ντύνομαι να μην κρυώνω
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα
Σαντάλια του Χριστού, φορώ στα πόδια μου
Πραίτορες, βράχοι πάνω μου σωρό
μα 'γω θα αναστηθώ
 Το 1987 ο Νικος Ξυδάκης στη δουλειά του ''Κοντα στη δόξα μια στιγμή''  ερμηνεύει μια μαγευτική  ''Σφίγγα'' σε στίχους του Ρασούλη

Σαν τη σφίγγα της ερήμου θα γελώ μυστήρια.
Από μένα σαν θα φύγεις, να περνάς μαρτύρια.
Κι όταν θα 'χεις μαρτυρήσει απ' τα τόσα κρίματα
θα σου πλύνω το κορμάκι στου ουρανού τα κύματα.
Όταν μια γυναίκα θέλει, όλα τα μπορεί.
Δηλητήριο και μέλι κάθε της φιλί.
Όταν μια γυναίκα θέλει, όλα τα μπορεί.
Κάνει κάποιονα κουρέλι, βασιλιά στη γη.
Σαν τη θηλυκιά αράχνη, αχ, να σ' αιχμαλώτιζα,
σαν τον έρωτά σου πάρω, τρέλα να σε πότιζα.
Μέσα στο χρυσό ιστό μου, Θεέ μου, να σε έπλεκα
κι απ' τα τόσα βάσανά σου, φως μου, να σε ξέμπλεκα.
Αργότερα γίνεται σχεδόν μόνιμος στη συνεργασία με τον συνθέτη Πέτρο Βαγιόπουλο  και παρουσιάζουν το διαχρονικό ''Πότε Βούδας, πότε Κούδας''  όπου το κομμάτι που εντυπωσιάζει είναι το ''Νοιώσε με'' ερμηνευμένο  απ τον ίδιο κι αργότερα απο τον Μανώλη Λιδάκη

Πολλές φορές βαθιά αναρωτήθηκα
τριγύρω οι άνθρωποι αν μ’ αγαπούνε
για ό,τι φαίνομαι ή αν αληθινά
για ό,τι είμαι εγώ, κοντά μου ζούνε.
Κι όμως να που δεν ξέρω
ποιος εγώ, κι υποφέρω,νιώσε με, σώσε με
κι ό,τι θες σ’ το προσφέρω.
Είναι στιγμές σιωπής που αναλογίστηκα
τους όρκους που ’δωσα, γλυκιά μου, εσένα
και με τα λόγια μου για μένα πείστηκα
τώρα δεν έχω πια φόβο κανένα.
Πολλοί ορκίστηκαν πως μ’ αγαπήσανε
γιατί κατάλαβαν ποιος είμαι τάχα
και σαν τους πίστεψα μ’ εγκαταλείψανε,
 ανάγκη μ’ είχανε, αυτό μονάχα.
Ακολούθησαν αλλοι επτά δίσκοι  με πιό σημαντικό το ''Σελοτέιπ'' στα 1998 όπου υπάρχει το εκπληκτικό ''Βαλς'' ερμηνευμένο απ τον ίδιο και τον Ορφέα Περίδη
Ο παγωμένος Δούναβης της καρδιάς μου
σταμάτησε ξαφνικά να κυλά
Τα νερά του δεν πήγαιναν πουθενά
κι ό,τι αγάπησα και μ' αγάπησε νόμισα
πως χάθηκε στα σκοτεινά και παντοτινά
Ώσπου ξανάρθες και μου 'δωσες το χέρι,
έλα προστάζεις, η αγάπη είναι φωτιά

Τη ζωή μου θύμισες και να 'ταν μόνο ετούτο,
μ' έσυρες κι αρχίσαμε τους κύκλους του χορού
και το βαλς σαν βάλσαμο το νοιώθω μεσ' το αίμα
σαν κραυγή του θάνατου σαν γέλιο ενός μωρού
Κι έτσι αγαπημένη μου θα μείνω ζωντανός
ως το τέλος Δεκέμβρη του '99, μεσάνυχτα ακριβώς,
να κρατήσω τον όρκο που έχω δεθεί,
το βαλς που σου υποσχέθηκα και να υπάρχει μόνο αυτή,
αυτή η στιγμή, η ιερή στιγμή
Που νοιώθω σαν φλόγα, καθώς σε στροβιλίζω,
                                                  ρόδο που καίει, φωτίζει όλη τη γη

Όμως το εκρηκτικό του χαρακτήρα του τον οδήγησε στην απομόνωση, το αίσθημα του αδίκου και του κατατρεγμού που τον διακατείχε από τα χρόνια της δικτατορίας με το καιρό εξελίχθηκε σε μανιοκαταθλιπτικό σύνδρομο καταδίωξης. Μπήκε σε δικαστικές περιπέτειες, αυτοεξορίστηκε για ένα διάστημα στην Ιβηρική Χερσόνησο, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και ακολούθησε το δικό του μοναχικό δρόμο
Πριν μερικές μέρες τον βρήκαν νεκρό  στο διαμέρισμά του  φίλοι που είχαν ανησυχήσει επειδή δεν απαντούσε στις κλήσεις τους
Ρώτησαν  τον Φιλόσοφο Λιαντίνη  σε μια διάλεξη του αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον και αυτός απάντησε ''Μα και βέβαια υπάρχει, στο έργο που αφήνεις πίσω σου, σε αυτό που κληροδοτείς στις επόμενες γενιές''
Μ΄ αυτή  τη λογική λοιπόν ο Μανώλης Ρασούλης πέρασε στην Αθανασία...