Πάσχα 2011 -Τρεις Ποιητές: Κατσαρός/Λειβαδίτης/Δημουλά

Μιχάλης Κατσαρός
Κάποιος μου είπε να διαβάσω τους στίχους του. Κάποιος μου είπε να ακούσω τη φωνή του. Ενας άγνωστος-γνωστός ποιητής. Ο Μιχάλης Κατσαρός είναι μία εντελώς ιδιόρρυθμη περίπτωση στο χώρο της ποίησης.  Γεννήθηκε το 1920 στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας και 16 χρονών μπήκε πρότακτος στην αεροπορία, όπου τον βρήκε ο πόλεμος. Ήταν ιδιόρρυθμος τύπος. Στην αρχή τα ποιήματά του κέρδισαν τον έπαινο  των αριστερών. Μέχρι που εξέδοσε το " Κατά Σαδδουκαίων".
Ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν τις σταλινικές διαστρεβλώσεις της αριστεράς και με ποιητικό τρόπο κατέθεσε τις προσωπικές του  απόψεις  μέσα στη  συλλογή αυτή. Αυτό ήτανε. Η κομματική ιεραρχία τον έθαψε 20 χρόνια. Και βρέθηκε κυνηγημένος και από το κράτος και απομονωμένος από την αριστερά.Ο κόσμος των ανένταχτων αριστερών και των αυτόνομων τον ξανα-ανακάλυψε στο τέλος της Δικτατορίας και τον αγάπησε σαν έναν προφήτη- επαναστάτη- ποιητή   που έδινε στους απογοητευμένους από το χάλι του Σταλινισμού, ελπίδα. Οι στίχοι του προφητικοί. Φώναξαν, προειδοποίησαν, στράφηκαν εναντίον όλων εκείνων των «φυλών» που κατά καιρούς ανέλαβαν την εξουσία, υψώνοντας κορώνες θρησκευτικές, άλλοτε πατριωτικές. Πάντα όμως άδειες λέξεις, σαν τα άδεια μάτια των ανθρώπων στις εφήμερες στάσεις των αστικών συγκοινωνιών. Ο Μιχάλης Κατσαρός στράφηκε με μήνη εναντίον όλων εκείνων που αδιαφορούν. Και κατάφερε, δίχως αμφιβολία να ταράξει τα ήρεμα βράδια τους, τα αρχαιολογικά πρωινά τους. Κατάφερε να αποκαλύψει τα ψεύδη των περίφημων, υψηλά ισταμένων, εκείνων που δεν έχουν τίποτα το ανθρώπινο. Και μόνο για το εκπληκτική του ''Διαθήκη'' / Αντισταθείτε θα έπρεπε να καταταγεί στη χορεία των μέγιστων ποιητών         Οι ποιητικές συλλογές που έβγαλε είναι: Μεσολόγγι (1949),Κατά Σαδδουκαίων (1953), Οροπέδιο (1956), Σύγγραμμα, Πρόβα και ωδές (1975), Ενδύματα (1977), Αλφαβητάριον / Ποιήματα Α-Ω(1978), Ονόματα (1980), 3Μ 3Μ 6Μ (1981). Επίσης, τα πεζά: Πας-Λακίς-MICHELET (1973), Το Χρονικό του Μορέως (1974), Σύγχρονες μπροσούρες (1977),   Το ''Κατά Σαδδουκαίων'' μελοποιήθηκε απο τον  Μίκη Θοδωράκη και το ''Οροπέδιο'' από τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Πέθανε το 1998
Ποιητικά θραύσματα
Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.





   Τάσος Λειβαδίτης
Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά, όμως δεν ασχολήθηκε ποτέ με αυτά αφού τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Είχε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 εως το 1951 στη Μακρόνησο και σε άλλους τόπους εξορίας. Το "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου" θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.Τα πρώτα του έργα δημοσιεύτηκαν σε φιλολογικά περιοδικά ενώ μερικά από τα κυριότερα έργα της ποιητικής του πορείας είναι: Ο Νυχτερινός επισκέπτης , Εγχειρίδιο ευθανασίας, Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου, Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια κ.α.

Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη (Δραπετσώνα, Τα Λυρικά) και ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Έγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών Ο θρίαμβος και Η συνοικία το όνειρο.
Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Πήρε ακόμη το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη Συμφωνία αρ. 1, το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για το Βιολί για μονόχειρα και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή Εγχειρίδιο ευθανασίας. 
Έφυγε από κοντά μας στις 30 Οκτωβρίου του 1988

Ανάσταση
«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.


Κική Δημουλά
βιοΓΡΑΦΙΚΟ (γραμμένο από  την ίδια την Κική Δημουλά)

"Ένα βιογραφικό σημείωμα  πρέπει ,  αφού γραφτεί,  να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά  τα  στερεότυπα,   οι ωραιοποιήσεις,η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός,πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το  καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.
Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις,
γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το "παιδί θαύμα". Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο "πρέπει να εργαστείς", και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.
Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Aθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.
Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι "γιαγιά". Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.
Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.
Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου."
ΕργοΓΡΑΦΙΑ
1956 Έρεβος
1958 Ερήμην
1963 Επί τα ίχνη
1971 Το λίγο του κόσμου
1981 Το τελευταίο σώμα μου
1988 Χαίρε ποτε
1994 Η εφηβεία της λήθης
1998 Ενός λεπτού μαζί
2001 Ήχος απομακρύνσεων



Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες


«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
---
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ' ακανθώδη έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
---
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
---
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.                                               

---
Δε μ' άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι
---
όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.
---
Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».