Πουλί, παιδί και Άγιος. (Για τον Νίκο Παπάζογλου)


Η είδηση του θανάτου του Νικου Παπάζογλου με στεναχώρησε ιδιαίτερα. Κουβαλούσα τον λυγμό του από το 1979,  όταν τον πρωτογνώρισα στην ''Εκδίκηση της Γυφτιάς'' και τον ακολουθούσα στις υπέροχες καλοκαιρινές του συναυλίες Διασκέδασα και χόρεψα με το ''Τρελλή κι Αδέσποτη'', ερωτεύθηκα με τον ''Αυγουστο''  έκλαψα με το ΄΄Φεύγω'' και τη  ''Βαρειά Βαλίτσα''  και τραγούδησα με φίλους το ''Ραγίζει απόψε η Καρδιά''. Δεν θέλω να γράψω πολλά πράγματα, προτιμώ να κρατήσω τη θλίψη μου φυλακισμένη, άλλωστε δε θα μπορούσε η φτωχή μου πέννα να ανταγωνιστεί τον γίγαντα της συγγραφής Γιώργο Λιάνη. Παραθέτω το κείμενο του δημοσιευμένο χθες στο  zougla.gr Εγώ θα ήθελα να τον αποχαιρετίσω με ένα τραγούδι όχι δικό του αλλά του Μπάμπη Στόκα: ''Ο Βασιλιάς της Μοναξιάς'' με το οποίο θα κλείσω την ανάρτηση

''Είναι άνοιξη και είναι όλα ενωμένα στη φύση. Στους ανθρώπους όμως δεν είναι έτσι. Μεγάλη μοναξιά, που την κάνει ακόμα μεγαλύτερη η αποδημία του Νίκου Παπάζογλου.Παιδικός μου φίλος αν και ήμουν μεγαλύτερος του κατά έξι χρόνια. Από τα υπέροχα χρόνια της Θεσσαλονίκης. Τέλη της δεκαετίας του ‘60 όταν τον γνώρισα. Από την αρχή ήταν διαφορετικός. Δεν έμοιαζε με άλλον. Σαν ένας άνεμος που δεν διατάρασσε την γαλήνη των άλλων, ούτε την δική του νηνεμία.
Έχω την εντύπωση ότι το «Διαμάντι της Ερημίας» του Νίκου Παπάζογλου δεν το πήρε κανείς. Βρίσκω όμως τόσο παράξενο το γεγονός ότι το πεπρωμένο του διασταυρώθηκε με κείνο του Ρασούλη. Φεύγουν με διαφορά λίγων ημερών από τον μάταιο κόσμο μας. Τί τις θέλει αυτές τις συμπτώσεις ο καιρός; Για να μας εξουθενώσει τελείως; Ο Νίκος Παπάζογλου μέσα στην εκτυφλωτική έπαρση της γενιάς μας, της γενιάς του «114», πήρε μαθήματα, όπως όλοι μας τότε, αν και δεν ανήκε ακριβώς στη γενιά μας, από τους ήσσονες ποιητές της πόλης: Μανώλη Αναγνωστάκη, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Κλείτο Κύρου, Γιώργο Θέμελη, Αλέξη Ασλάνογλου, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Ζωή Καρέλη.
Ο Νίκος Παπάζογλου μέσα στον χώρο του τραγουδιού ήταν το Ρόδο το αμάραντο. Θησαύρισμα σεμνότητας, άρτος ζωής, όρθρος κατανυκτικός την εποχή της βασιλείας των «σκυλάδικων». Κατά την γνώμη μου, σταρ και αντιστάρ μαζί. Αυτός και ο φίλος του πιανίστας, Γιώργος Πεντζίκης, μόλις ξεκίνησαν στο συγκρότημα «Φρατέλι» είχαν για υμνωδό έναν λαϊκό τύπο, τον Τάσο Ψαλτάκη. Αυτός μας είχε «πάρει τ’ αυτιά» για το τι προσωπικότητες ήταν και οι δυο και τι σπουδαίοι μουσικοί θα γίνονταν…Η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» οργάνωνε τότε τα «beach party» μεταξύ Μπαξέ Τσιφλίκι και Αγίας Τριάδας. Χοροστατούσαν εκεί σπουδαία συγκροτήματα: «Άιντολς», «Άπ-Τάιτ», και βέβαια οι «Ολύμπιανς». Ο Άλκης Κακαλιάγκος, άτυπος αρχηγός των «Ολύμπιανς» γρήγορα κατάλαβε ποιος έπρεπε να αντικαταστήσει τον Πασχάλη Αρβανιτίδη όταν πήγε φαντάρος.
Ο Νίκος Παπάζογλου είχε την ομορφιά των ασπρόμαυρων ταινιών του Κλωντ Σαμπρόλ. Έμοιαζε, τί έμοιαζε δηλαδή, ήταν πιο όμορφος από τον Ζαν Κλοντ Μπριαλί, τον Λωράν Τερζιέφ και τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν.Μετά χαθήκαμε για δέκα χρόνια. Εμένα με έφαγε η λάμια η Αθήνα αλλά αυτός εκεί. Στη Θεσσαλονίκη και στο καταφύγιο του, το στούντιο που έκανε. Σε κείνη τη Θεσσαλονίκη που ως παίδες εν καμίνω έψαλλαν ευαγείς νέοι: Διονύσης Σαββόπουλος, Κωστής Μοσκώφ, Γιώργος Βέλτσος, Θεοτόκης Ζερβός, Τάκης Κουλάνδρου αλλά και αυτός.
Για τους υποπτευμένους, ο Παπάζογλου μπήκε στην τέχνη του σαν ημι-Διόνυσος και ημι-Απόλλων.  Ο Παπάζογλου άντεξε στους βαρδάρηδες όλων των εποχών. Εμάς μας σήκωσε και μας πήρε ο αέρας. Είχε μια δική του επαναστατικότητα που δεν μύριζε όμως δογματίλα. Είχε μια δική του ηθική που δεν ήταν του κατηχητικού. Είχε μια Παπαδιαμάντεια ομορφιά. Δεν ακολούθησε καμιά πεπατημένη στο ελληνικό τραγούδι. Παρά βρήκε τους ομοίους του, Ρασούλη και Ξυδάκη και γράψανε εκείνα τα όμορφα τραγούδια: «Εκδίκηση της γυφτιάς», «Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς και Ιούδας».
Τα χρόνια περνούσαν και ο Παπάζογλου παρέμενε ανθός εγκράτειας και μίσχος σεμνότητας. Έγραψε όμορφα τραγούδια και ο ίδιος. Ένα από αυτά ο «Αύγουστος» είναι στολισμένο με Ελυτικό φεγγάρι. Όχι με την Σελήνη αλλά με την Σελάνα…

Στο τέλος της ζωής του φορώντας εκείνον τον υπέροχο κεφαλόδεσμο με το βαθύ κόκκινο, έμοιαζε με Ινδιάνο. Όχι έναν τυχαίο ινδιάνο αλλά αρχηγό μιας φυλής. Των Σιού, των Απάτσι; Κανείς δεν έμαθε. Αλλά θαύμαζες να τον βλέπεις. Τον είδα τέλος πριν λίγα χρόνια στο καμαρίνι του πλάι στον Σαββόπουλο και η κόρη μου η Τατιάνα μου είπε: «Μπαμπά, αυτός ο άνθρωπος είναι ακόμα αθώος!». Και είχε δίκιο. Είχε εκείνο το αθώο του Ρωμανού. Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν.
Έφυγε με ένα τυλιχτάρι υπέροχων τραγουδιών κάτω από την μασχάλη. Ο Όσκαρ Βλάντισλαφ ντε Λουμπιξ Μιλόζ, Λιθουανός ποιητής που ενέπνευσε τον Σαββόπουλο, έλεγε ότι στην εποχή μας «μόνο τα πουλιά, τα παιδιά και οι Άγιοι έχουν ενδιαφέρον». Ήταν και τα τρία…. Πουλί, παιδί και Άγιος.''