Οι Κυριακές της μελαγχολίας / 2


Η Κυριακή των ποιητών πάλι σήμερα. Αυτή τη φορά θα παρουσιάσω έναν συντοπίτη μας. Τον Παντελή Μπουκάλα. Στα νεανικά μας χρόνια κάπου έχουμε συναντηθεί... Υποθέτω στο Γυμνάσιο Νεοχωρίου, μια που έχουμε ένα χρόνο διαφορά ηλικίας.     Τη πρώτη φορά που ήλθα σε επαφή με τα ποιήματα του ήταν στα χρόνια του  ΄90 με τη συλλογή  του ΄΄Σήματα Λυγρά΄΄ Εντυπωσιάστηκα από την ιδιότυπη γραφή του,  ποίηση στιβαρή, που κινείται ανάμεσα στην παράδοση και το σύγχρονο, τη τάξη και την αταξία, την ατομικότητα και τη  συλλογικότητα. Ποίηση καλή, που τη προτείνω ανεπιφύλακτα...

Γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Αθηνών. Από το 1989 επιμελείται την ανά Τρίτη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα "Καθημερινή", όπου επίσης δημοσιεύει καθ` εκάστην επιφυλλίδες κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού. Είναι διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει στις εκδόσεις "Άγρα" τα βιβλία ποίησης "Αλγόρυθμος", "Η εκδρομή της Ευδοκίας", "Ο μέσα πάνθηρας", "Σήματα λυγρά", "Ο μάντης", "Οπόταν πλάτανος", καθώς ένα τόμο δοκιμίων και βιβλιοκριτικών, υπό τον τίτλο "Ενδεχομένως: Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου". Έχει μεταφράσει, για τον ίδιο εκδοτικό οίκο, τον ελληνιστικό "Επιτάφιο Αδώνιδος του Βίωνος του Σμυρναίου" και τα ποιήματα του τόμου "Επιτάφιος λόγος: αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα". Το 2010 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή "Ρήματα". 

 Ιδού δείγματα της ποίησης Μπουκάλα:

1.«Στην ξενιτιά της γλώσσας»
Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,/ τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί./ Τώρα μιλάνε δυνατά/ και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής./ Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,/ καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευτθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί/ της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους/ αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων/ παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,/ λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,/ κομπιάζει η μνήμη.
Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα./ Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,/ μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας/ όταν γράφεται.
Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες/ ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά/ απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους/ που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου./ Σαν έρωτα που τον ζητάς/ μόνον για να τον χάσεις.

2. «Νταλκάς»
Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
μα στην αγάπη δεν χωράει «ταν ή επί τας».
Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
Σεβντάς, λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
και ρήματα σοφίζεται και μουσική
όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
Νταλκάς, σεβντάς και ντέρτι και σεκλέτι
- α, γλώσσα ωραία, πλούσια ελληνική.
Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
- κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.

3. «Ανώνυμο»
Α μωρέ Πάνο/ Πόσα τραγούδια θ’ απομείνουν ατραγούδιστα
και πόσοι στάσιμοι χοροί/ ματαιωμένοι.
Κι ας επιμένει η γλώσσα/ να γυρνάει λέξεις και μουσικές σαν ξόρκια
Κι ας δοκιμάζει το κορμί να εγερθεί/ και να κινήσει
Βουβά θα μείνουν τα τραγούδια μας/ μωρέ Δήμο/ το σώμα αργό
καθηλωμένο από της μνήμης το φαρμάκι
γιατί δε γίνονται χοροί χωρίς παρέα/ και τα τραγούδια μας
συνδυό- συντρείς ή τίποτε
Κι είμαστε πια πληνδυό- πληντρεις
Κι είμαστε πια πληνδυό- πληντρείς- πλην πόσοι
- είμαστε τάχα;
Και τα τραγούδια μας γυρνούν αυθόρμητα
σε μοιρολόι/ μωρέ μάνα/ σε μοιρολόι αδάκρυτο
Μόνο το αίμα του θυμού το υγραίνει

Το αίμα ενός πατέρα που υπήρξε λείποντας.

4. «Καπνός αι ημέραι μου»
Μα τι θαρρούν οι άκαπνοι./ Πώς έτσι απλά κόβεται το ρημάδι
Τάχα υπόθεση δαχτύλων και συνήθειας;/ Πώς σημαδεύεις με την κόκκινη γραμμή
Ένα τσιγάρο/ Το κυκλώνεις/ Και καθαρίζεις
Απαγορεύεις αποκλείεις οστρακίζεις;
Χορτάρι λένε πώς καπνίζουμε ή χαρτί;/ Λέξεις καπνίζουμε.
Όσες μας δόθηκαν ακέραιες να πανηγυρίζουν
Κι όσες απόμειναν χλομές./ Και ιστορίες./ Τις τρεις, τις πέντε ιστορίες
Που απαρτίζουν έναν άνθρωπο./ Φιλιά και λέξεις./ Παρέες γέλια ανέκδοτα
Τραγούδια μοιρολόγια/ Κρασί και τσίπουρο/ Φαρμάκια
Γονατισμένες μνήμες/ Κομμένους δρόμους/ Όνειρα διψαλέα
Ηττημένα όνειρα/ Πρόσωπα ανεπίστροφα
Το τρέμουλο του πρώτου αγγίγματος
Τον τρόμο του στερνού.

Αυτά ο καπνός μας/ Αυτά το σήμα το ευανάγνωστο.
Και σπίρτο δε χρειάζεται/ Καν αναπτήρας.
Αρκεί μια σπίθα τοσηδά/ Απ’ την τριβή του νου
Στης μνήμης μας την πέτρα πάνω.

Γερνάει ωστόσο ο και ρός/ Αγκομαχάει το αίμα
Μαχαίρι λένε οι γιατροί/ Ρουφώντας τον καπνό τους απολαυστικά.
Μαχαίρι. Πού το πρόβλημα.
Θα υπάρχουν πάντοτε ιστορίες να καπνίζουμε/ από μέσα μας
Ή, σε άλλα ελληνικά, ωμότερα/
θα υπάρχει πάντα βίος για να ζήσουμε από μέσα μας.

Πλην κάποτε καπνίζουμε το εαυτό μας να καπνίζει
Ποζάροντας σε άφαντο καθρέφτη
Ντυμένοι ύφος μελαγχολικό, περίσκεπτο.
Αλλά και τότε την αλήθεια μας καπνίζουμε,
Μόνο δεν έχει αίμα ο καπνός.

(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, εκδ. Άγρα)