Ο διπλωμάτης κι η στριπτηζέζ

(Προδημοσίευση από το βιβλίο μου ΄΄Ερωτας κ΄ Πολιτική΄΄ πού θα κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα)
 ....Τότε συνειδητοποίησε, ανάμεσα στα  flash back της ζωής του, ότι  κάτι τον ενοχλούσε, κάτι τον  πλάκωνε. Ήταν  η  ομίχλη που του περιόριζε μαζί με το  χιόνι την ορατότητα αλλά κυρίως του πίεζε τη ψυχή. Χωρίς να το θέλει ήλθε στο μυαλό του  μια ταινία  του Κάρπεντερ, ΄΄Η ομίχλη΄΄. Εκεί  όπου  σ ένα παραθαλάσσιο χωριό, όταν έπεφτε ομίχλη τη νύχτα, βγαίνανε σα σκιές τα σώματα των πειρατών  οι οποίοι πριν  πολλά χρόνια είχαν  πνιγεί   όταν το καράβι τους μέσα σε πυκνή ομίχλη έπεσε στα βράχια, στην ακτή του χωριού αυτού και κανείς απ τους κατοίκους δε πήγε να τους βοηθήσει… Τότε φαντάστηκε τους λευκοχίτωνες του Κύρου, που τον στήριζαν στην Ανάβαση να μεταμορφώνονται σε νεκραναστημένους πειρατές του Κάρπεντερ και να αρχίζουν να τον κυνηγάνε μες της  Βλαντάγιας τα βουνά!  Μπρρρ,  κοίτα τι σκεφτόταν τώρα!  Πάντως η ομίχλη αυτή πολύ συχνά ερχόταν και τον  σκέπαζε, ιδίως στις μοναχικές του στιγμές. Ευτυχώς που δεν έφερνε μαζί  της και τους πειρατές …
 Έμεινε   το βράδυ στο  ΣΕΡΑΤΟΝ  και την άλλη  μέρα στις εννιά το πρωί ήταν στη Πρεσβεία. Ο εξοχότατος Πρέσβης κ. Παναγιώτης Καραβάσης,  ευγενής, καταρτισμένος,  εξαιρετικά διορατικός, ιδιαίτερα καλός χριστιανός,  ένα πρόσωπο που ακτινοβολούσε καλοσύνη και ευπρέπεια τον υποδέχτηκε και τον ενημέρωσε για τα καθήκοντά του
Κάπως έτσι άρχισε η ζωή του διπλωμάτη Τάκι  Αλεξανδρή στη Σόφια και μέχρι τα Χριστούγεννα  κύλησε άκρως υπηρεσιακά. Γραφείο, σύνταξη αναφορών, επαφές με κυβερνητικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, δεξιώσεις...
Ώσπου ήλθαν οι γιορτές και η επίσκεψη του Νίκου και της Νότας από την Αθήνα. Φίλοι κι οι δύο, πάνε είκοσι χρόνια, ανταποκρίθηκαν στη πρόσκλησή του να περάσουν  τα Χριστούγεννα μαζί. Η ιδέα να περάσει  τις γιορτές μόνος δεν τον ενθουσίαζε. Τα χρόνια που πέρασαν είχαν τη σφραγίδα της Νατάλιας, τώρα αυτή ζει τη μεγάλη ζωή  κι εκείνος  προσπαθεί να προσαρμοστεί…Ο Νίκος, επιχειρηματίας, πανέξυπνος, έδειχνε τριανταπεντάρης,  ενώ ήταν ήδη σαράντα, με πολύ χιούμορ και η Νότα,  εισοδηματίας, γλυκιά και ευγενική, χρόνια τώρα υπέμενε τα κέρατα του Νίκου, αφού ο μπαγάσας  την απατούσε ακαταπαύστως …. Τον αγαπούσε βλέπεις!
΄΄Λοιπόν Τάκι, θα μου δείξεις τη  Σόφια  by night΄΄, ρώτησε ο Νίκος, κοιτώντας με την άκρη των ματιών του τη γυναίκα του.
΄΄Νότα θα έρθεις μαζί μας ή θα μας αφήσεις να αλητέψουμε΄΄ ρώτησε ο Τάκις
΄΄Δεν αισθάνομαι τόσο καλά Τάκι, θα μείνω να ξεκουραστώ , σε παρακαλώ πρόσεχε το μούργο, τον ξέρεις τι πεινάλας είναι΄΄ 
Γέλασε αλλά δε θα τόκανε αν ήξερε τη συνέχεια. Αν  η Νότα πήγαινε  μαζί τους  εκείνο το βράδυ δε θα γνώριζε τη Ρόζυ και  η ζωή του για τα επόμενα τρία χρόνια θα ήταν τελείως διαφορετική.
         Ήταν η πρώτη φορά  που έβγαινε νύχτα μετά από πολύ καιρό , οι πληγές από την εγκατάλειψη της  Νατάλιας ακόμα πονούσαν…
«Λοιπόν φίλε,  μου  έχουν πει για ένα καινούργιο μπαρ  με θεογκόμενες,  σίγουρα θα ήθελες να του ρίξουμε μια ματιά, έτσι?
« Τάκι, νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα» απάντησε γελώντας ο Νίκος, «άλλωστε θα με βοηθήσει να πιάσω το σφυγμό τη χώρας»
«βυζιά και κώλους θες να πιάσεις  κόπανε, αλλά τέλος πάντων»
 Ο καιρός ήταν κλασσικός καιρός Σόφιας το χειμώνα, υπό το μηδέν και χιόνιζε. Ωραία ατμόσφαιρα, δε μπορείς να πεις, ρομαντική  … Ντυμένοι  με ακριβά κοστούμια, παλτό και καπέλα, μπήκαν  στο Strip Show ΄΄BIAD΄΄. Οι φουσκωτοί στην είσοδο τους πασπατέψαν κανονικά ψάχνοντας για όπλα…Μπήκαν και κάθισαν διακριτικά σε μια γωνία παρατηρώντας το χώρο. Το μαγαζί ήταν σχεδόν γεμάτο, κυρίως από ξένους και η ατμόσφαιρα άκρως ερωτική, φώτα χαμηλά, ροζ και μοβ χρώματα διεγερτικά των αισθήσεων, όπου κι αν γυρνούσες έβλεπες υπέροχα γυναικεία κορμιά να λικνίζονται υπό τους ήχους κατάλληλης μουσικής προς τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού, εραστών της τέχνης του  strip tease ή πειναλέων κατά τη Νότα. Ο Νίκος, ήταν βετεράνος του αθλήματος άλμα εις πολλαπλούν, κοινώς πηδήματος κατά βούληση επί των ατυχυσάντων  καλλιτεχνιδών της πρώην σοβιετικής ένωσης, αλλά μέχρι τώρα, εντός έδρας. Η ιδέα να ασκηθεί στο άθλημα   εκτός έδρας, τον ερέθιζε ιδιαίτερα.
      Τη στιγμή εκείνη η σκέψη του πήγε στο Γιώργο, φίλος καλός,  με θλιβερή ιστορία, που την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια για άλλες πολιτείες, άγνωστες. Όταν βγαίναν στη Θεσσαλονίκη ο Τάκις, ο Γιώργος,ο Αργύρης κι ο Παναγιώτης, μετά τη συνηθισμένη διασκέδασή μας, στους λαϊκούς βάρδους της συμπρωτεύουσας, βλέπε Καρράς, Τερζής, Μελάς, αντί να κλείσουν τη βραδιά με έναν υπέροχο πατσά στου Τσαρούχα, έπρεπε  να ακολουθήσουνε  το Γιώργο στα κωλόμπαρα του Βαρδάρη, διότι σε κατάσταση  τέλειας μέθης δε γυρνούσε σπίτι με καμία δύναμη, αν πρώτα δε πηδούσε σε γυναικεία κορμιά, ή ακόμα και απροσδιορίστου φύλλου, αρκεί να πηδούσε. Τον  τρέλαινε η μυρουδιά του χώρου, γινόταν άλλος άνθρωπος και αυτοί να τον ακολουθούν με το αίσθημα της απελπισίας για  το πρωινό ξύπνημα και τη δουλειά στο γραφείο, της μέρας που είχε ήδη ξεκινήσει το κύκλο της . Ειδικά ο Τάκις  δε μπορούσε το ξενύχτι, το ποτό τον πείραζε κι ακόμα θυμάται και γελάει όταν πικραμένος από τα λόγια της Ναταλίας ένα βράδυ, ήπιε  κι έγινε φέσι, τόσο που δε μπορούσε να ανοίξει  το φερμουάρ του παντελονιού του να κατουρήσει  κι οι άλλοι να το διασκεδάζουν! Είχαν σταματήσει έξι η ώρα το πρωί στην εθνική Θεσσαλονίκης – Καβάλας, αυτός  καθισμένος σε μια εκτυλίκτρια καλωδίων του ΟΤΕ, -την άλλη μέρα έβριζε το κράτος και τις υπηρεσίες του, το κοστούμι, Armani παρακαλώ, είχε σκιστεί στα καρφιά της εκτυλίκτριας- κι οι άλλοι καθισμένοι κάτω γύρω του, να προσπαθούν να λύσουν το μέγα πρόβλημα του κατουρήματος του « Ρε μαλάκα Αργύρη, κράτα τον όρθιο εσύ εγώ θα του ανοίξω το φερμουάρ κι αυτός θα κατουρήσει» Μετά από πολλές προσπάθειες και παράπλευρες απώλειες η επιχείρηση έλαβε τέλος και συνέχισαν για τα σπίτια τους. Στη σύντομη σχετικά διαδρομή ο Παναγιώτης του πέρασε γελώντας μια πλαστική σακούλα στο κεφάλι για να μη κάνει εμετό στη καινούργια του ΒΜV. Φθάνοντας λέει στον Γιώργο, «βγάλε τη σακούλα τώρα φτάσαμε». Με το φρενάρισμα και το βγάλσιμο της σακούλας ένας ποταμός θαλασσινών, αλκοόλ, ξηρών καρπών ξεχύθηκε και γέμισε τα πίσω καθίσματα της  ΒΜV. Οι βλαστήμιες και το βρίσιμο του Παναγιώτη δε τον πρόσβαλαν  καθόλου, τον εκδικήθηκε τον πούστη για τη σακούλα … Βέβαια την άλλη μέρα μετρούσε τις απώλειες  ενός κοστουμιού – Armani, μη το ξεχνάμε-, ενός παπουτσιού, -που το είχε αφήσει; - και της Ναταλίας, για άλλη μια φορά είχε πάει στους δικούς της ….
      Συγκινήθηκε, του ήρθανε δάκρυα στα μάτια, ο άτιμος εγκατέλειψε το μάταιο αυτό κόσμο τη μέρα που ταξίδευε για να παρουσιαστεί στη πρεσβεία στη Σόφια.  Κι εδώ μια γυναίκα ήταν η αιτία. Η Βάγια η δασκαλίτσα, γυναίκα του με παπά και με κουμπάρο και δυο χιλιάδες καλεσμένους,   που μην αντέχοντας τις βραδινές εξόδους του Γιώργου τον εγκατέλειψε κι εκείνος από τότε συνόδευε τις νυχτερινές του εξορμήσεις με τεράστιες ποσότητες  αλκοόλ …!
       Δε βρήκε ποτέ τη δύναμη να τον επισκεφθεί στη μόνιμη νέα κατοικία του, να τον ρωτήσει πως περνάει εκεί κάτω, έχει μπουζούκια, έχει ουρί του παραδείσου; Είναι σίγουρο  πως  περιμένει το αντάμωμα  τους ανυπόμονα …« χορός απλός πέντε δολάρια, στα ιδιαίτερα 20 δολάρια, αν θελήσετε η καλλιτέχνις να σας ακολουθήσει στο ξενοδοχείο,  πρέπει να μιλήσετε στο μέτρ» τον έβγαλε από τις σκέψεις η ημίγυμνη σερβιτόρα. Παράγγειλαν ουίσκι και ανιχνεύανε τη ζούγκλα με τα θηρία   Είδε ένα δίμετρο   με μακριά ξανθά μαλλιά στη γωνία, σκέτη αμαζόνα, της έκανε νόημα να έλθει, της έβαλε δέκα δολάρια στο εσώρουχο και της είπε στο αυτί, «είναι φιλοξενούμενος μου, κάνε τον να διασκεδάσει». Χαμογέλασε με συγκατάβαση και άρχισε να χορεύει πάνω του ερεθιστικά. Ο μούργος  κοκκίνισε, άναψε και κόρωσε  κι άρχισε να χουφτώνει. Πριν τελειώσει ο χορός, είχε πει στη Βάλια,- το κορίτσι είχε τρόπους, τους συστήθηκε αμέσως-, αφού τη ΄΄μάγεψε΄΄ με πενήντα δολάρια , να τον πάρει στα ιδιαίτερα, για πιο καυτούς χορούς
       Έμεινε μόνος με τις μνήμες του παρελθόντος, Γιώργος,  Παναγιώτης, Αργύρης, Ναταλία, βασανιστικές μνήμες αλλά ταυτόχρονα αγαπημένες μορφές πού γέμισαν μεγάλα διαστήματα της ζωής του
        Τέσσερις κορμάρες  ήλθαν  μπροστά του  και προσφέρθηκαν να χορέψουν αλλά τους  έκανε νεύμα να μη τον ενοχλήσουν. Ξαφνικά σε μία γωνία  είδε  ΄΄Το παιδί΄΄, κορμί ατελείωτο, πάνω από ένα κι εβδομήντα πέντε, μαύρο μαλλί ριγμένο μπροστά, χείλη σαρκώδη, μύτη γαλλική, έμοιαζε μελαχρινό αντίγραφο τηs  Ann Lomberg, της σουηδέζας πρωταγωνίστριας στο ΄΄Εκείνο το καλοκαίρι΄΄ Της έκανε νεύμα να έλθει  αλλά φάνηκε να μη κατάλαβε, κάλεσε τον μετρ και ζήτησε να της πει να έλθει στο τραπέζι να του κάνει παρέα. Πράγματι την έστειλε αμέσως,  Κάθισε δίπλα του και παράγγειλε σαμπάνια, ΄΄Καλησπέρα, με λένε Ρόζυ΄΄, του είπε στα Βουλγαρικά, ΄΄εσένα;΄΄    ΄΄Τάκις΄΄, της απάντησε. Τη κοίταζε αποχαυνωμένος , το μυαλό του ταξίδευε στο κορμί της...  ΄΄ θέλεις να σου χορέψω;΄΄  ΄΄Πάρα πολύ΄΄, απάντησε εκείνος.  Άρχιζε να λικνίζεται ημίγυμνη μπροστά του,  υπέροχα θεϊκή, μύριζε το άρωμα της,  τριβόταν επάνω του,  αισθανόταν μια ακατανίκητη ερωτική έλξη  για αυτήν τη κοπέλα, γυμνασμένο κορμί, στήθος στητό, περήφανο,  θανατηφόρα σέξι,  όταν τέλειωσε  ο χορός της ο Τάκις είχε ήδη χαθεί σε άλλους  κόσμους. Παράγγειλε και άλλη σαμπάνια και άρχισαν τη συζήτηση, μισά  βουλγάρικα, μισά αγγλικά, κι άλλα στη διεθνή γλώσσα των νοημάτων, εν τω μεταξύ κατέφθασε και ο Νίκος από τα ιδιαίτερα, ενθουσιασμένος από τις επιδόσεις της Βάλιας... Άξιος ο μισθός της ...  
        Έτσι έγινε η γνωριμία του με τη Ρόζι... Το βράδυ εκείνο ακολούθησαν άλλα βράδια,  το ίδιο ενδιαφέροντα και υγρά... Το κορίτσι είχε μια πονεμένη ιστορία, -σχεδόν όλες οι πουτάνες  έχουν μια πονεμένη ιστορία-  20 χρονών, φοιτήτρια στη διοίκηση επιχειρήσεων, στο Οικονομικό  Πανεπιστήμιο της Σόφιας, ήρθε από την επαρχία να σπουδάσει, με τι χρήματα όμως, οι δικοί της δεν είχαν ούτε να φαν, αναγκάστηκε να δουλέψει στο μπαρ, αισθησιακός χορός, γυμνό, αλλά όχι πληρωμένο σεξ, μόνο όσες θελαν μπορούσαν να το κάνουν, αυτή δεν ήθελε, έτσι ισχυριζόταν. Με τα χρήματα αυτά σπούδαζε, έστελνε και στους δικούς της. Κάποιο βράδυ της ζήτησε να βγούνε για φαγητό και  να βρεθούν έτσι μόνοι τους, μακριά από το χώρο εργασίας της. Του είπε δε ξέρω, θα δούμε... Της έδωσε τη κάρτα του,  την είδε, διάβασε τον τίτλο του, αλλά αρνήθηκε να τη πάρει, αργότερα του εξήγησε ότι το αφεντικό τους, μάζευε τα χαρτάκια με τα τηλέφωνα ή της κάρτες των μερακλήδων που ήθελαν να   συνεχίσουν τη γνωριμία τους έξω από το μπαρ, λογικό, θα έχανε τους πελάτες....