Αυτοί οι ωραίοι τρελοί! (1) ''Κι ο ήλιος ανατέλλων εκρήγνυτο ως ήχος κώδωνος''



Γεννήθηκε το 1893 στις 28 Σεπτεμβρίου, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος και 
 πέθανε το 1984 σε ηλικία 91 χρόνων, στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα.

Χωρίς αμφιβολία ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραφτού λόγου ,διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κ.λ.π.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με την παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σε άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.

Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα 1929, όταν απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού 
του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα
 για «το πρωτότυπο ύφος του, την εκρηκτική του γλώσσα και τις πλούσιες εικόνες του που μοιάζουν με λαϊκές ζωγραφιές». Έτσι καθιερώθηκε από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση σαν συγγραφέας με δικό του προσωπικό ύφος, το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος, όπως το αποκάλεσε τότε ο Κόντογλου αλλά και άλλοι μετέπειτα μελετητές του.
Μα ο Σκαρίμπας πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό με φαντασία αχαλίνωτη θα προχωρήσει τρία (3) χρόνια αργότερα (1932) στην έκδοση ενός καινούριου βιβλίου του («το θείο τραγί») και στα 1935 ενός άλλου βιβλίου του (ο «Μαριάμπας») του ίδιου με το προηγούμενο style. Και στα δυο αυτά βιβλία, όλα έρχονται τα πάνω – κάτω: Το γράψιμο γίνεται πιο άτσαλο, πιο αναρχικό. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, το κωμικό με το δραματικό. Και για πρώτη φορά το παράλογο θα κάμει την εμφάνισή του στη Λογοτεχνία μας. Αυτό θα φανεί πιο έντονα και στο πρώτο θεατρικό έργο του Σκαρίμπα τον «ήχο του κώδωνος» που παίχτηκε στη Χαλκίδα στα 1942 . Συνεχίζουμε εδώ την απαρίθμηση και άλλων έργων του Σκαρίμπα: Το Βατερλό δυο γελοίων, η Μαθητευόμενη των τακουνιών, Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, όλα γραμμένα στο ίδιο παράλογο ύφος. Ο Σκαρίμπας παράλληλα με τον πεζό λόγο ασχολήθηκε και με την ποίηση που παρά τις ακροβασίες που έκανε στο στίχο και στη φόρμα της διατήρησε τη μουσικότητά της. Δεν ήταν κοινωνική ή πολιτική η μορφή της Σκαριμπικής ποίησης. Ήταν απλώς τραγούδι. Ελεγειακό ή ερωτικό είχε αυτό το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος. Πολλά από τα ποιήματα του Σκαρίμπα μελοποιήθηκαν από αξιόλογους συνθέτες (Γ. Σπανός, Σαρ. Κασάρας, Χρ. Λεοντής, Ασημος κ.ά.) και κυκλοφόρησαν σε δίσκους.

Ιδιαίτερο πάθος και αγάπη έτρεφε ο Σκαρίμπας για τον Καραγκιόζη που τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ’ αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του Έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας».
Ο Σκαρίμπας έγραψε και θεατρικά έργα με κορυφαίο τον «Ήχο του κώδωνος» και άλλα στο ίδιο ύφος του παράλογου όπως: το «Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας», την «Κυρία του τραίνου», τον «πάτερ Συνέσιο», τα «Καγκουρώ», το «σημείο του σταυρού» κ.ά.
 Σημαντική ήταν η προσφορά του Σκαρίμπα και στην ιστορία που όπως πίστευε δεν έδιδε την πραγματική εικόνα του εθνικού μας βίου. Έτσι ύστερα από πολύχρονες προσπάθειες και θυσίες κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολύτιμα στοιχεία και να γράψει το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του . Δε γράφει βέβαια ιστορία -με τη σωστή έννοια του όρου- στο τρίτομο αυτό έργο του ο Σκαρίμπας. Ανοιξε όμως διαδρόμους μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πορευτούν για ν’ ανακαλύψουν την κρυμμένη στα βαθιά σκοτάδια και τη σκόνη των Κρατικών Αρχείων αληθινή ιστορία του τόπου μας, που ως τότε ήταν τροφή των ποντικών, της υγρασίας των υπογείων.
Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένα μας. Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος.
[Αποσπάσματα από κείμενο επιμέλειας του Νίκου Χατζηγιάννη]

Παρατίθενται τρία ποιήματα και ενα  εξαιρετικό διήγημα  ''Οι Κονταρομάχοι''


                Η Κυρά μου η Τρέλα 

Πως ήταν έτσι, πως μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη
κι ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο να 'χε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θα 'κανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη -βαρκάκια του- μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω -σα κύματα και σαν αφροί-
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα... Μα πως έτσ' ήταν, πως μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ' όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντάς με από το χέρι με περπατεί...

                    
                      Στάδιον Δόξης

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου -φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα-,
κάθε μια της ζωής μου ήταν -'κει- η στραβομάρα,
κάθε γκάφα μου ή τύφλα...

Κι ως αρπώντας με με 'βγάλαν σηκωτόν απ' τη πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι -με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν -οι χαχόλοι-
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

...Βλέπεις μαιτρ -μου φωνάξανε- τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα σου, οι πόθοι σου -όλοι εμείς- φασουλήδες,
να κι εσύ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι μου), να μοιράσουν σα λύκοι
μεταξύ τους -για ρόλους των- κάθε μια μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι...

Κι είμαι 'γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα -τι δόξα μου!...- σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα 'κει πίσω μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από τεμπεσίρι...

                   

           Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθειά
έτσι να 'μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να 'ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να 'μαι
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι
                                                                                    
                                                             Οι Κονταρομάχοι

Ως εκάθονταν, ως να έκλαιγε ήταν. Πόνο είχε η ψυχή του, ντέρτι.

Ώστε ν’ απόθνησκε ήταν ο πόνος του πολύς. Ώστε να πάρη των ομματιών του και να φύγη. Μακρύ φτερό να πάρη και να πάη πίσ’ απ’ τον ήλιο. Να μη γλέπη πλειό ήθελε, μήτε ν’ ακούη πλειό.
Στριμώχτηκε ο μαύρος. Τον κόλλησαν στον τοίχο. Κι ήμπε στην πάντα, πάει.

Αδρασκελιά τν’ αδρασκελιά πισοπατώντας ­ σα θερίο που μάχονταν ­ παράδωκε αυτός το Γριπονήσι. Στραπατσαρισμένος διάβη το γιοφύρι. Νικημένος.
Κάτω τ’ άρματα. Που θα πη, όξω αυτός με το σαντούρι του, όξω η Φλώρα η πεντάμορφη, η Αντριώτισσα, η ασικλού, η παινεμένη. Αυτή η πριμαντόνα με τα γούστα. Που χόρευε πάνω στο πάλκο τσάμικο στο νύχι και βάραε τη φτέρνα με το χέρι. Που τρεμοσπάραζε εκείνους τους κόρφους της σαν κόρδα. Πώπαιζε τα ζίλια και στριφογύριζε το ντέφι στον αέρα. Τώρα αδεκεί ‘ταν που να μην έσωνε. Που νάταν η ‘μέρα μαύρη που γεννήθη.
Εκεί αντίπερα ­ στον άλλον όχτο τ’ Έγριπου ­ όξ’ απ’ τη μπαράγκα του Ξενύχτη κάθουνταν τώρα κι’ έγλεπε το ομπρός του, να βράζη, να μπουρμπουλίζη ­ σαν τον πόνο του ­ το ρέμα, αχ αυτό το ρέμα, να διασταυρώνουνται οι φελούκες, γοργά σα γλάροι να περνούν και να πααίνουν τα τροχαντήρια κι’ οι γολέτες.
Αυτόν τον κόσμο θώραε ­ το ντουνιά ­ απ’ αγνάντια. Αυτή τη Χαλκίδα την πεντάμορφη, τη χώρα αυτή την παινεμένη, που την περιζώνει ερωτικά η θάλασσα, που τη γυρνοβολάν οι γλάροι. Κι’ έχει αψηλά για κορώνα της το Κάστρο του Καραμπαμπά.
Αχ ναι, από γης σε γης χτοπίθηκε, μα σαν σ’ άκρη κόσμου σουργούνεψε και πάει. (…)
Πιθαμής την πιθαμής, φούρκα τη φούρκα, παράδωσε την Άγια Γης ­ τούτη τη Ρουσαλήμ της Ρωμηοσύνης ­ στους μπαγάσηδες και τσοί λιμοκοντόροι.
Κάτω στην Πιάτσα πρωτάρχισε ο πόλεμος ­ σέρτικος, μοβόρος ­ και περίζωσε τη Χαλκίδα ευθύς απ’ άκρη σ’ άκρη. Καήκαν αψηλά τα Μαρουχλέικα. Πήρε φωτιά η Σουβάλα και το Πλάτωμα. Στον Καστρομαχαλά το πελεκούδι ‘φλέγη.
Στήθο με στήθο πάλεψε.
Σαν τον Μέγα Αλέξαντρο με το κοντάρι μάχονταν. Σαν τον Αγιώργη τον καβαλλάρη το χρυσοκονταράτο. Και σαν τον Αθανάσιο Διάκο, στο τέλος, με μισό ­ σπασμένο ­ γιαταγάνι. Φωτιά στη φωτιά, μπαρούτι στο μπαρούτι.
Αυτός με το σαντούρι και τη Φλώρα έκαιγε το Πλάτωμα κι’ οι άλλοι ­ οι γκιοτήδες ­ τούπερναν με μπαμπεσά την Πιάτσα.
Τζογιέ παντελόνι και φαρδύ ζωνάρι φόραε αυτός και το σινάφι του και καφούκι στο κεφάλι. Μοβόρικα ασημοκούμπουρα ήσαν χωμένα ­ σαν να βυζαίναν γαίμα ­ στο ζωνάρι του και κάμα δίκοπη. Κι’ οι άλλοι, αυτοί οι γαλαζοαίματοι, οι χτικιάρηδες, γραβάτες και κολλάρα. Μυρουδιές και μόσκους βρωμολογούσαν οι γυναικάκηδες αυτοί.
Τη Φλώρα την Αντριώτισσα είχε αυτός μπαϊράκι και ταμπούρι του, τον αητό αυτόνε, που καθέτανε στον ήλιο κι’ ηλιαζέτανε. Κι’ οι άλλοι εκείνοι οι χριστιανομάχοι, οι Φράγκοι, δυο γίδες Ιταλίδες κι’ εκειούς που θέλαν, σώνει και καλά, να διουν τον Πάπα. Διμούτσουνη κουμπούρα κράταε αυτός στο χέρι του κι’ οι άλλοι, αυτοί οι σερνικοθήλυκοι, το Νόμο.
Έτσι τους πήρανε την Πιάτσα. Δηλαδή το ένα ­ το πιο καλό ­ ημισφαίριο του κόσμου. Έτσι σιγά σιγά ρημάξαν τα σοκάκια και οι δρόμοι, οι πάνω μαχαλάδες. Τους άφηνε η δόξα.
Ομπρός στις Ιταλίδες συνάζονταν ο κόσμος, ομπρός στα ταμπούρλα και τα μπρούτζινα καπάκια, που τάκρουε ένας ξουρισμένος με βελάδα κι’ ήταν σαν να γκρεμίζονταν γιαλάδικα, σαν να πέφταν πιατοθήκες. (…)
Ως και οι μούτσοι απ’ τα καΐκια, ως κι’ οι καραβοκυρέοι από τα τροχαντήρια χαζολογούσαν γύρα γύρα. Ως κι’ η κουτσή κουρούνα, ως κι’ ο κουφός ο βασιληάς στριμώχνονταν να διούνε.
Σαν να καίγανε το Γιούδα αναγάλιαζε ο κόσμος. Ψυχή μου, ούλη νύχτα ως τα χαράματα αχολογούσε η Χαλκίδα. Και ρήμαζαν τα Μαρουχλέικα. Κι’ απόμενε άραχλο το Πλάτωμα. Βουβός σα λέφαντας κοίτονταν ­ λουφαγμένος ­ ο Καστρομαχαλάς μέσα στη νύχτα.
Ως που μια ‘μέρα βάλαν χέρι στα ιερά και στα όσια ­ σ’ αυτή την Άγια Τράπεζα ­ στο Πλάτωμα.
Ένα μπουλούκι θεατρίνοι, ξουρισμένοι και βαμμένοι σαν παληάτσοι, συνάχτηκαν εκείς και πρόσταζαν κι’ έπερναν μέτρα. Εκεί έστησαν τη «σκηνή» και την «αυλαία». (…) Αφτού, ναι μωρή αφτού, σ’ αφτόνε τον απλόγυρο που χόρευαν ­ κι’ ήσαν σα να κένταγαν σ’ ατλάζι τ’ άστρα με την πούλια ­ το ζεμπέκικο ούλοι οι ασίκηδες, ντόπιοι και περαστικοί ­ απ’ τα πέρατα του κόσμου. Καραβοκυρέοι θαλασσόλυκοι, καπτανέοι με βράκες και γοβάκια. Μούτσοι ­ θερίοι ­ ασκουμπωμένοι και ξέστηθοι μ’ ασπρογάλαζες φανέλλες. Στερεολαδίτες ­ τσελιγκάδες ­ κοκκαλένιοι. Εκεί ένα τσούρμο μπαγαπόντες, λεβαντίνοι, θάπαιζαν, λέει, τις Δυο Ορφανές, την Τόσκα, τον Δον Πέτρο! Πούστε ψυχούλες σέρτικες, πούσαι λεβεντουριά αποθαμένη. (…)
Παν τα Κάστρα, τα Καστέλια. Πάει η Χαλκίδα, ξανάπεσε σε χέρια Βενετσάνων. Οχτροί αγαρηνοί, χριστιανομάχοι τη διαγούμισαν και τη διαφεντεύουν τώρα και τη χαίρουνται.
Ηλεκτροφωτίστηκαν τα Μαρουχλέικα. Ξέπεσαν οι μοσκομάγκες. Ταπεινούς, κακόμοιρους τους κατάντησε η σκλαβιά, η φτώχεια, τους τελευταίους αυτούς κονταρομάχους του Έγριπου. Ποσύρθηκαν στους όξω μαχαλάδες, στα περίχωρα, σαν τα λιοντάρια στις σπηλιές των. Τρίφτηκαν τα κοστούμια τους και τα στιβάλια τους τα έρμα λυώσαν.
Σωριάστηκαν τα έλατα. Άραχλοι και πικραμένοι πορπατούνε. Χαμένοι. Σαν αφιονισμένοι σε κυττάνε. Λες και δε ζουν στον πάνου κόσμο. Λες και στον Άδη κοίτουνται, λεβέντες, σκλάβοι ­ αλυσσοδεμένοι Δράκοι αυτοί ­ σ’ αφέντες Τούρκους.
Ναι, στον Άδη στέκουν σαν ψυχούλες πικραμένες, στον Άδη αυτόν:
Πούν’ οι κοπέλλες ξέπλεκες,
οι νειοί ξαρματωμένοι,
που στέκουν οι σταυραητοί
χωρίς φτερό και νύχι…
Πολλοί κάνουν θελήματα κι άλλοι γενήκανε κοπέλια. Ως και ψαθάκια φόρεσαν καμπόσοι κατά πώς ο Χριστός τ’ αγκάθινο στεφάνι. Και δε σέρνουν πιο στη μέση άρματα, μόν’ το πικρύ μες στην καρδιά τους. Ξεροκαταπίνουν τη χολή τους, με το λίγο ζουμί τους βράζουνε.
Δεν πορπατούνε περήφανα σαν τότες, μόνο ριζά ριζά πάνε σκιαχμένοι. Σαν ίσκιοι διαβαίνουν χλιβεροί στα καλντερίμια. Βιάζουνται ώστε να φύγουν, να χαθούν μεσ’ στα ντερσέκια. Σα να τους κυγνάν φαντάσματα, σα να τους φοβερίζουν οι διαβάτες. (…)
Κι όπου τους πετύχουν τίποτις περιηγητές ­ γυναίκες κι’ άντρες ­ στέκουνται και τους πέρνουν στο φτερό το ‘σταντανέ τους. Μπορεί για τα μουσεία να τους χρειάζουνται. Μπορεί σε τίποτες εκθέσεις να τους στήσουν στην Εγρώπη.
Και δεν ποθαίνουν πιο στις φυλακές ­ στα σίδερα ­ μήτε από βόλι πάνε πλειό ή από μαχαίρι. Μόνο σαν τα θεριά κυνηγημένοι ­ σαν το Χριστό κατατρεγμένοι ­ λυώνουν σαν το κεράκι της Λαμπρής και σώνουνται, χτικιάζουν και ποθαίνουν ­ θράσοι ­ στο κρεβάτι.
Κι’ απέ αδεκεί στον Αγιάννη τους χουματίζουν σα σκύλους. Ποιους; Αυτούς που σαν απόθνησκαν μεσ’ στους καπνούς και μεσ’ στα σμπάρα ντύνονταν στα μαύρα η Χαλκίδα. (…)
Αδεκεί τώρα κι’ αυτός κάθεται και κλαίει. Αγνάντια κει στην άλλη όχτη, στην ταβέρνα του Ξενύχτη χλίβεται ολονυχτίς η καρδιά του, η απλή, η γενναία.
Ένας πόταμος ­ το σκοτεινό ρέμα τ’ Έγριπου ­ τον χωρίζει απ’ τη Βαβυλώνα αυτή τη μπαρουτοκαπνισμένη, που της γίνη δαχτυλίδι γύρω γύρω η θάλασσα κι είν’ αυτή απάνω του χτισμένη, σα διαμάντι δεμένο σε χρυσάφι.
Αυτή που στέκεται περήφανη κι’ ολόρθη στους αιώνες, με την τιάρα του Καραμπαμπά αψηλά στην κεφαλή της, με τα πόδια της χωμένα μες στην άμμο, με το γλέμμα της στραμμένο κατά κεις ­ κατά το δρόμο ­ που ‘φάνη μαύρος μέσ’ στο σαρίκι του ο καταχτητής, ο Μωχαμέτης. (…)
Βράζει μέσ’ στην καρδιά του πάντα ο σεβντάς και το μεράκι. Οι λεβεντογενιές δέκα αιώνων σέρνουνται μέσα του.
Αχ! κόρη άπιστη που τράφης απ’ τη σάρκα μας. Π’ απ’ τη δική μας όψη πήρε το γλέμμα σου την αστραπή κι αντίκρυσες το Μωχαμέτη. Κόρη χρυσή, π’ απ’ τα ζωνάρια τα δικά μας έσυρες τα κουμπούρια που σου χρειάστηκαν για να ‘ματοκυλήσης τους Κονιάρους. Συ χρυσοδόρατη Αθηνά, π’ ακόνισες στο βράχο των κορμιών μας την κόψη του σπαθιού σου και χτύπησες τους Σκεπιτάρους και τσου Φράγκους.
Που πρώτα εμάς εκύτταξες στα μάτια, κι’ απέ αρνήθης τα κλειδιά των κάστρων σου στους Τούρκους. (…)
Μας άφησες…
Θρέψανε και λουλούδιασαν τριγύρα σου οι κάμποι κι’ άλλαξες με δραπάνι το σπαθί σου. Κατάλυσες τους Τούρκους και τσου Φράγκους κι’ έσπασες με μια γροθιά ­ σαν νάσαν γυάλινα ­ τα κάστρα σου. Κι’ έβαλες στο μουσείο σου την περικεφαλαία και το δόρατο και φόρεσες την τιάρα.
Κι’ αψήλωσες πάν’ απ’ το Δύφρι σου τη κεφαλή σου και καλανάρχισες ψιλό κουβεντολόι με τα πέρατα του κόσμου.
Με τη Σαλονίκη διαλέγεσαι, με το Μωρηά, με τη Μεσόγειο. Βαθειά προς τις παλιές στεριές ρίχτεις το γλέμμα σου, προς στη Χαλκιδική, προς της Σιλεσίας τα μέρη. (…)
Και δέχεσαι τώρα στον οντά σου ­ γλυκογελούσα πλειό ­ ξαρματωμένους Γενοβέζους κι’ Οσμανλήδες. Κι’ έγινες συ βασίλισσα κι’ εμείς σκουλήκια. Κι’ έβαλες συ τα καλά και τα χρυσά σου κι’ εμάς τριφτήκανε τα παντελόνια. Και συ γελάς και κλαίμε μεις.
Υψώνεις συ περήφανη το μπόι σου και πορπατούμε μεις άραχλοι και σγουμένοι. (…) Σκύβει πάνω στα κόρδα και φαίνεται σαν ο Χριστός γερμένος στο σταυρό του. Γλαρώνουν ­ κλείνουν ­ τα ματάκια του και μοιάζουν έτσι σαν ραμμένα με μετάξι.
Κλαίει και χουχουλιέται ­ μοίρεται χλιβερά σαν τη λαφίνα. Με τα νύχια τσαγκρουνάει το ταξίμι. Με τα ρωγοδάχτυλα χαϊδεύει τα ντουζένια. Λες και κεντάει πάνω τους πούλουδα και παγώνια. Εξωτικό παραμύθι λες και διηγάται μέσ’ στη νύχτα. (…)
Σέρτικοι, αψοί, όλο κάμα είν’ οι καϋμοί που του σγαρνάνε την ψυχή του. (…) Νοιώθει την πόλη αυτός γερμένη από πάνω του. Είναι η ώρα που μπαίνει στα Χερουβικά του, π’ αποτείνεται σ’ αυτήν είναι η ώρα.
Ξέρει τη γλώσσα πώς μιλάει το μοσχάρι στη μάνα του. Έχει τον τρόπο πώς παρουσιάζεται ο δούλος στον αφέντη. Του σκουληκιού το φόβο νοιώθει, όταν ρωτάει ο Κύριος για δαύτο. Και τσαγκρουνώντας την ψυχή του και τα κόρδα της λέει απαλά, σα για να μην τήνε ξυπνήσει, της λέει γλυκά μην τύχει και χολιάσει, παρεπονετικά της μολογάει τον πόνο του σα χάδι:
… Έχω καρδιά περίλυπη στην άλυσσο δεμένη, στο δέντρο της υπεμονής είναι περιπλεγμένη…