Ο πλοίαρχος Φλέτσερ


Αφιερωμένο στους σημερινούς ''πλοιάρχους''  Φλέτσερ που έχουν καταστρέψει  το καράβι της χώρας μας...


του Νίκου Καββαδία

Ο Γερμανός εμποροπλοίαρχος Χένρυ Φλέτσερ εξώκειλε στον Ματαπά με το φορτηγό "Σχέλδ", γιατί λόγω ομίχλης, δεν μπόρεσε επι μέρες να κατεβάσει τον ήλιο με τον εξάντα. 
Τρελάθηκε και πέθανε στον Πειραιά από ηλίαση. 



Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε το "Σχέλδ" στον Ματαπά 

μια μέρα που των θαλασσών παλεύαν τα στοιχεία, 

γιατί ήλιος δεν φαινότανε το στίγμα του να βρεί 

ούτε μπορούσε απ' τις στεριές να πάρει αντιστοιχία. 


Κι' αυτό στο μέρος που έπεσεν εσφήνωσε βαθιά, 

τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί με μιας το καταστρέψαν, 

μα τίποτ' απ' το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς 

κι' όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν. 



Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί, 

μια μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία, 

κι' έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό 

την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία. 



Κοντός, με το πηλίκιο του, το γείσο το χρυσό, 

και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του, τ' αστέρια, 

έμπαινε μόλις άρχιζε ν' απλώνεται η νυχτιά, 

και την αυγήν αναίσθητο τον βγάνανε στα χέρια. 



Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σχίστηκε η στολή, 

τα ωραία του ρούχα επούλησε, την πέτσινή του τσάντα, 

κι' ένα εργαλείον εκράτησε μονάχα, ναυτικό, 

τ' όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα. 



Η στεναχώρια και το αλκοόλ δουλεύοντας σιγά, 

μέρα τη μέρα σ' ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν. 

Τρελάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά, 

κι' οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένεια επερπατούσαν. 



'Οταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό, 

αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε, 

το ύψος γοργά υπολόγιζε σε μια μαούνα ορθός, 

κι' ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο, εβλαστημούσε. 



Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ' όργανο ψηλά, 

έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου, 

ενω σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός, 

ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.