Ο άνεμος στις λεύκες!


Είχα επισκεφθεί έναν παλιό μου φίλο και καθώς αυτός μιλούσε στο τηλέφωνο, βγήκα  στο μπαλκόνι και ρέμβαζα τους λόφους απέναντι. Ημέρα του Ιούνη όμως ένας δυνατός άνεμος σφύριζε. Ο ήλιος έπαιρνε τροχιά προς τη δύση του καταπίνοντας το φως της ημέρας.
Στη κορυφή των λόφων μια σειρά από λεύκες στέναζε προσπαθώντας να αντισταθεί  στη μανία των ανέμων. Οι κορυφές λύγιζαν μα ο κορμός στεκόταν ίσιος, σταθερός. Ο άνεμος θαρρείς και ήθελε να ξεριζώσει τις λεύκες! Όμως οι ρίζες γερές,  χρόνια θαμμένες στη γη, είχαν γίνει ένα μ΄αυτή και δεν επέτρεπαν το ξερίζωμα, τη κίνηση προς το θάνατο.
Οι λεύκες αυτές, τις θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, ρουφούσαν  ατέλειωτα νερό και ήλιο και μεγάλωναν, ομόρφαιναν, ψήλωναν λες και ήθελαν να αγγίξουν τα ουράνια. Παράτολμες, ενθουσιώδεις ή μήπως απλά επιπόλαιες;
Έτσι όπως ήταν στη σειρά με λυγισμένες τις κορφές τους, στη προβολή της γραμμής του ορίζοντα και με το λίγο φως της δύσης, μοιάζανε με ψηλούς καλόγερους πού βάζαν τα στήθη τους μπροστά να αντιμετωπίσουν κάτι αλλόκοτο και υπερφυσικό. Ήταν κάτι αντίστοιχο με το ΄΄Εμείς δε νικηθήκαμε΄΄, τον φημισμένο πίνακα,  του Ιακωβίδη αν δε κάνω λάθος.
Ασυναίσθητα, χωρίς να το θέλω, έκανα τους συνειρμούς. Ο άνεμος στις λεύκες ήταν οι ξένοι δανειστές της χώρας μας και οι λεύκες εμείς οι κάτοικοι της! Θέλουν τον θάνατο μας, τον αφανισμό μας  ή κατ ελάχιστο την υποδούλωση μας
Οι κορυφές μας έχουν λυγίσει από καιρό, μόνο ο κορμός, ο ελληνικός λαός, αντιστέκεται, πατώντας στην ιστορία του και στις παραδόσεις, στις ρίζες του. Ήρωες στα χρόνια της χολέρας. Αγωνία, άγχος, αγώνας....
Ο άνεμος σφυρίζει, οι λεύκες αντιστέκονται, όμως πόσο ακόμα;  Άραγε τι ακολουθεί; Υπάρχουν άλλοι τρόποι, άλλοι δρόμοι; Πως θα αντιμετωπιστεί ο άνεμος στις λεύκες; Θα παρουσιαστεί  ο από μηχανής θεός να φέρει τη κάθαρση, να δώσει την ελπίδα όπως συμβαίνει σε κάθε ελληνική τραγωδία;
΄΄Αδελφέ πράσινη ή Αμστελ θα πιούμε;΄΄ διέκοψε τις σκέψεις ο φίλος μου..