Ένα χαμένο Mont Blanc

Η παρουσίαση μόλις είχε τελειώσει. Χειροκροτήματα σκέπασαν τη τελευταία ατάκα του συγγραφέα. Το Intelligent Minds άρεσε, άρεσε πολύ κατά πως φαινόταν από την ένταση και την διάρκεια των χειροκροτημάτων. Όμως ο Τάκης Παντάκης στεκόταν όρθιος κι ανέκφραστος, λες και αυτό που γινόταν δεν τον αφορούσε. Το βλέμμα του σαν να  έψαχνε κάτι μες το πλήθος και δεν μπορούσε να το βρει.  Και πράγματι έψαχνε για να δει εκείνη. Καθόταν πάντα στις τελευταίες σειρές, σχεδόν κρυμμένη, γιατί όπως έλεγε δεν ήθελε να τον αποπροσανατολίζει. Μα και τώρα που δεν ήταν εκεί το ίδιο δεν συνέβαινε; Αφού το μυαλό του δεν έφευγε από την σκέψη της...Λειτουργούσε παραλλήλως.
  Είχαν περάσει επτά χρόνια από τότε, κάπου στο μακρινό 2009 ήταν, όπου είχε κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα,  με τίτλο ‘’Θανατηφόρος έρωτας΄΄.  Τον ξύπνησε με ενα φιλί και του είπε ότι θα φκιάξει καφέδες να τους πιουν στο κρεβάτι. Τους έφερε και στο δίσκο επάνω ήταν ενα μακρόστενο κουτί δώρου. Για σένα είναι, του είπε, το βραδυ έχουμε την παρουσίαση. Το άνοιξε κι αντίκρισε ένα αληθινό κομψοτέχνημα. Μέσα στο κουτί σε βελούδινο πανί, σαν κόσμημα,  -ναι κόσμημα ήταν, ενα στυλό Mont  Blanc. Τι ομορφιά, ασημένιο με μαύρο βιδωτό καπάκι, roller ball, ομοίως βιδωτό, ακριβώς στα 0.9 που ο ίδιος λάτρευε... Να υπογράψεις χιλιάδες αντίτυπα αγάπη μου, του είπε. Την αγκάλιασε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Δεν θα το αποχωριστώ ποτέ της είπε, σου το υπόσχομαι...
-          Κύριε Παντάκη θα μου υπογράψετε σας παρακαλώ; Στην Αννούλα γράψτε
Γύρισε και κοίταξε τη μικρή Αννούλα εβδομήντα και κάτι, αιφνιδιασμένος
-          Συγγνώμη, είπε, δεν μπορώ...Δεν γίνεται
Ο εκδότης του που είχε αντιληφθεί τη σκηνή  πετάχτηκε δίπλα του, ενώ η Αννούλα σχολίαζε στη συνοδό της: ‘’Ο ξιπασμένος με το που έκανε μια επιτυχία, καβάλησε το καλάμι...’’
-          Τάκη , τι κάνεις; Ο κόσμος περιμένει να υπογραψεις τα βιβλία
-          Σε παρακαλώ Νίκο δικιολόγησε με, δεν μπορώ, έχω πρόβλημα, είπε και τον παράτησε σύξυλο, μαζί με τον κόσμο που περίμενε
-          Αγαπητές κυρίες και σεβαστοί κύριοι, ο συγγραφέας αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία και θα πρέπει να επισκεφτεί το νοσοκομείο. Στην επόμενη παρουσίαση θα σας αποζημιώσει. Συγχωρέστε μας..
Ο κόσμος αποχωρούσε δυσαρεστημένος, τι στιγμή που ο συγγραφέας άφηνε το κτίριο σαν κυνηγημένος.
Περιπλανήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά τα βήματα του λες και τον έσπρωχναν στα μέρη που οι αναμνήσεις θα τον μαστίγωναν αλύπητα. Πέρασε μπροστά από την Αίγλη, Απρίλης του 2008. Θωμάς Κοροβίνης και Βούλα Σαββίδου. Μαγική βραδιά με κόκκινο κρασί και μεζέδες

Καινούργια ρούχα άλλη φορά δε θα ξαναφορέσω,
ούτε μετάξι κόκκινο στη μέση μου θα δέσω.
Tα μαύρα μου, πικρά μαλλιά δε θα τα ξαναλούσω,
αφού εσένα αγάπη μου πια δε θα ξανακούσω..

Κατέβηκε προς τη παραλία, πέρασε την πλατεία Αριστοτέλους και να εκεί στη γωνία είχαν καθίσει όταν  το 2009 είχαν πάει στη Χαλκιδική κι έφαγαν  γλώσσες με χόρτα και παραπέρα μερικές εκατονταδες μέτρα έφαγαν παγωτό με θέα τον Λευκο Πύργο.... Μα γιατι το έκανε αυτό;   Όχι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Γύρισε και κατευθύνθηκε στον σταθμό των τρένων. Κάθισε και περίμενε το τρένο των έντεκα και πενηνταεννιά για Αθήνα
Μα πως να υπογράψει χωρίς το Mont  Blanc του; Μισούσε τον εαυτό του. Πως επέτρεψε να γίνει αυτό; Εφτά χρόνια το είχε μαζί του. Βέβαια μετά τη πρώτη εκείνη παρουσίαση δεν το χρησιμοποίησε ποτέ. Οι καταστροφικές κριτικές που πήρε ο ΄΄Θανατηφόρος έρωτας΄΄, ανάγκασαν τον εκδότη του να μην οργανώσει άλλη παρουσίαση κι έτσι πήγε άκλαφτο το πρώτο του εκέινο πόνημα. Ο πωλήσεις του βιβλίου στο επόμενο χρονικό διάστημα, δεν πέρασαν τα δάχτυλα του ενός χεριού, δηλαδή ακριβώς τέσσερις και τους τρεις που το αγόρασαν τους ήξερε με το όνομα τους, ήσαν στενοί του φίλοι.  Όμως εκέινη τον πίστευε και τον ενθάρρυνε να γραφει, ‘’έχεις τη στόφα μεγάλου συγγραφέα Τάκη, συνέχισε, μια μέρα θα δικαιωθείς...’’  Κι ο Τάκης συνέχιζε να γράφει και κρατούσε το Mont  Blanc στη θήκη του στο γραφείο, για τη μεγάλη ώρα της επιστροφής... Κι όταν ήρθε εκείνη η ώρα ο ανόητος,  ξέχασε το Mont  Blanc στον σταθμό.
-Φτου σου μαλάκα, ζώον, κτήνος, έβριζε φωναχτά τον εαυτό του. Μα είναι δυνατόν; Εφτά χρόνια περίμενε  για να το χρησιμοποιήσει....Και τώρα που όσοι διάβαζαν το  Intelligent Minds έμεναν άφωνοι, τώρα που οι κριτικές ήταν διθυραμβικές, τώρα που ο κόσμος συνοστίζονταν για μια υπογραφή του ανατέλλοντος αστέρα της συγγραφής Τάκη Παντάκη, τώρα που εκείνη θα δικαιωνόταν και θα χαμογελούσε από εκεί ψηλα που βρισκόταν, εκείνος δεν είχε το Mont  Blanc για  να υπογραψει;  Αδικος κόσμος τελικά, άδικος. Ξύπνησε στις πέντε η ώρα εκείνο το πρωί κι έφτασε με τη ψυχή στο στόμα στο σταθμό Λαρίσης, κάθισε αποκαμωμένος σ’ ένα τραπέζι, όπου μια μεγαλόσημη κυρία με καπελίνο και τους Financial Times  στο χέρι, του χαμογέλασε συγκαταβατικάν την ώρα που έπινε το στρέτο της. Εκείνος έβγαλε το κινητό βριζοντας τη βόνταφον για το ανύπαρκτο σήμα της και προσπαθούσε να βρει δίκτυο και το μέιλ με το ηλεκτρονικό του εισιτήριο. Μετά απο πεντάλεπτη ταλαιπωρία το κατάφερε, έβγαλε το Mont  Blanc του κι έγραψε σ΄ ένα χαρτάκι τον κωδικό του εισιτηρίου του. Άφησε το στυλό στο τραπέζι κι εβαλε το κινητό στη τσάντα του. Η  πάντα αγενής και τραχιά φωνή  του ΟΣΕ ανήγγειλε πως η αμαξοστοιχία 61 έφτασε στη γραμμή 2 κι ο Τάκης πήρε τη τσάντα του στον ώμο κι έφυγε γρήγορα. Το Mont  Blanc του έμεινε εκεί, συντροφιά στην κυρία με το καπελίνο και τους Financial Times. Και πότε το θυμήθηκε λέτε; Όταν η ΄΄μικρή΄΄ Αννούλα του ζήτησε να υπογράψει το βιβλίο. Αδικιολόγητος. Ένοχος άνευ ελαφρυντικών...
Όπως τα σκεφτόταν όλα αυτά, μια ελπίδα ήλθε και φώλιασε στο μυαλό του. Η κυρία με το καπελίνο...Του χαμογέλασε κιόλας. Ναι σίγουρα αυτη το παρέδωσε στον σταθμάρχη. Το ΄΄φιλί΄΄ της όμορφης γυναίκας του, που τόσο νέα είχε φύγει απ΄ τη ζωή, το Mont  Blanc του, τον περίμενε στο σταθμό Λαρίσης. Δεν κοιμήθηκε απ΄ την αγωνία και το άγχος του. Έφτασε το πρωί στην Αθήνα, κατέβηκε και ζήτησε τον Σταθμάρχη. Ενα ηλικιωμένος συμπαθητικός  κύριος εμφανίστηκε μπροστά του
-          Κύριε Παντάκη, τιμή μου που σας γνωρίζω από κοντά . Ξέρετε είμαι θαυμαστής σας. Υπέροχος  ο ΄΄Θανατηφόρος έρωτας΄΄ κι ασυναγώνιστο το ΄΄Intelligent Minds΄΄. Το διάβασα χτες βραδυ στη βάρδια μου. Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
-          Να κυριε σταθμάρχα, ξέχασα χτες το πρωί το στυλό μου σ΄ενα τραπέζι...Ήταν ενα Mont  Blanc. Καθόταν μια κυρία δίπλα μου
-          Λυπάμαι κύριε Παντάκη, δεν μας ήλθε κάτι. Καταλαβαίνετε ένα στυλό ήταν... Σίγουρα η κυρία το έκανε δικό της...
-          Ναι μόνο που δεν ήταν ένα απλό στυλό κύριε σταθμάρχα μου, είπε ξέπνοα
-          Τι να σας πω, θα το έχω υπόψιν μου..Αν...Αλήθεια μπορείτε να μου υπογράψετε..΄. Έχω το βιβλίο σας μαζί μου
-          Δε γίνεται κύριε Σταθμάρχα, δεν μπορώ....Σας υπόσχομαι όμως ότι θα έλθω κάποια μέρα ειδικά για σας και θα σας το υπογραψω.
Γύρισε απότομα και σχεδόν τρεχοντας εξαφανίστηκε προς στην έξοδο ενω ο σταθμάρχης μονολογούσε ‘’Μυστήρια τρένα, αυτοί οι συγγραφείς, αδελφέ μου, μυστήρια...’’
Βγήκε απ τον σταθό και περπάτησε προς τη Λιοσίων. Ο κρύος αέρας του Δεκέμβρη έκοβε μύτες αλλά  ούτε πού ένοιαζε τον Τάκη Παντάκη. ‘’Η γκιόσα με το καπελίνο, που χαμογελούσε κιόλας, η σκρόφα  εκείνη, το βούτηξε’’  σκέφτηκε. ‘’Α ρε πανάγαθε και πανδίκαιε Θεέ, πρώτη και τελευταία φορά να το χρησιμοποιήσει΄΄
Είχε περάσε ακριβώς μια βδομάδα από την αποφράδα ημέρα της απώλειας του Mont Blanc κι ο Τάκης Παντάκης είχε ανάψει το τζάκι του κι έπινε τον καφέ του διασκεδάζοντας με τις κοκορομαχίες κάποιων φιλοξενούμενων του Παπαδάκη στον Αντέννα, όταν ο συμπαθής παρουσιαστής ανήγγειλε:
-          Στυγερή δολοφονία στο κεντρικό κατάστημα της Attica Banc . Η ρεπόρτερ μας Άννα Μαραγκάκη  είναι στην τηλεφωνική γραμμή
-          Ναι Γιώργο, η διευθύντρια του κεντρικού καταστήματος της Attica Banc στο Σύνταγμα Λουκία  Κατακουζηνού, της γνωστής και επιφανούς οικογενείας των Κατακουζηνών, έπεσε νεκρή από τις δολοφονικές σφαίρες ενός άνεργου εκπαιδευτικού, την κατάσχεση του σπιτιού του οποίου είχε υπογράψει η διευθύντρια της τράπεζας μια εβδομάδα πριν. Ο δράστης παραδόθηκε στην αστυνομία. Το άτυχο θύμα εξέπνευσε επί τόπου.
-          Ζούμε σε μια ζούγκλα Άννα μου,  σε μια ζούγκλα. Τα συλλυπητήρια μας στην οικογένεια του θύματος... Σ΄ ευχαριστούμε Άννα μας
-          Και στην οικογένεια του θύτη Γιώργο μας και σ΄αυτήν, συμπληρωσε ο Τάκης
-          Βλέπετε εδώ την φωτογραφία του θύματος, συμπλήρωσε ο Παπαδάκης. Τι κυρία...
Ο συγγραφέας γούρλωσε τα μάτια του... Η  κυρία με το καπελίνο ήταν.  Το Mont Blanc του, η πρώτη και τελευταία υπογραφή, η κατάσχεση κι η δολοφονία. Γύρισε το κεφάλι του κοιτάζοντας ψηλά:
-          Το ξέρεις ότι μου χρωστάς, αλλά για ένα χαμένο Mont Blanc; Είπα μια κουβέντα στα νεύρα μου μέσα κι εσύ πηγες και τόκανες; Όχι και τίποτε άλλο, είσαι και πάνσοφος λένε....
Παράτησε τον καφέ του, φόρεσε το παλιό του παλτό και βγήκε. Μιά ώρα αργότερα βρέθηκε  στη στοά Πεσματζόγλου. Μπήκε στο  κατάστημα της Mont Blanc:
-          Καλημέρα σας, ήθελα ένα στυλό ασημένιο με μαυρο καπάκι και ρόλερ μύτη βιδωτή, στα μηδέν εννιά παρακαλώ, χωρίς καμμία συσκευασία.
Πέντε λεπτά αργότερα  βγήκε,  έβαλε διακριτικά κάτι στην εσωτερική τσέπη στο παλτό του και βγήκε στην Σταδίου. Προχώρησε με κατεύθυνση το Σύνταγμα για να πιεί τον καφέ που διέκοψε ο Παπαδάκης. Γύρισε το κεφάλι κοιτάζοντας στον ουρανό και μονολόγησε:
-          Είδες γλυκειά μου,  σου τόπα , στο παλιό μου παλτό είχα ξεχάσει το Mont Blanc σου. Νάτο, δες....
Την ίδια ώρα στα αφτιά του έφτανε, χωρίς να ξεχωρίζει αν ήταν πραγματικότητα ή φαντασία  εκείνο το ωραίο τραγούδι της Αίγλης:
Γυμνό το πόδι θα πατώ στη πέτρα και στο χώμα,
ίσως τ' αχνάρι σου η βροχή, δεν το `χει σβήσει ακόμα.
Tα μαύρα μου, πικρά μαλλιά δε θα τα ξαναλούσω,
αφού εσένα αγάπη μου πια δε θα ξανακούσω.

*Για την Παυλίνα, με μια συγγνώμη για το χαμένο Mont Blanc...