Ρέκβιεμ για δυο ριγέ κοστούμια *




- Ρε συ πρέπει να πάρεις εκείνο το σακκάκι,  πως θα εμφανιστείς στη παρουσίαση;
- Εντάξει εκδότα μου δεν είναι πασαρέλα,  θα βγω με το μπουφάν.... - - Μα δεν ειναι ετσι ρε, συνέχιζε να γκρινιάζει εκείνος, δεν τιμάς το κοινό σου.
 –Εντάξει κάτσε  να τιμήσει εκείνο εμένα και θα τα βρούμε στην εμφάνιση. Φερε μου εσυ καμια διακοσαριά άτομα κι εγω μέχρι και παπιγιόν βάζω...


Με τουτα και με τ άλλα για να σταματήσει το μουρμουρητό βγήκα απ την εθνική και μπήκα στην Ελευσίνα.  Κατευθυνόμασταν για το Αγρίνιο όπου θα γινόταν η παρουσίαση  του πρώτου μου βιβλίου. Φτάσαμε στο κέντρο της πόλης, ψάξε απο δω ψάξε απο εκεί βρήκαμε ενα ανδρικό κατάστημα με καπως υποφερτά σακκάκια. Δοκιμάζω ένα, η πωλήτρια με είχε απο κοντά, και τι ωραία που στέκει επάνω σας, το χρώμα  πολύ σας κολακεύει και άλλα τέτοια. Πόσο κάνει,  ρωτάω. Εκατό ευρώ κύριε. Μάλιστα, να μένει, δεν βγαινω απάντησα, σας ευχαριστώ.
-  - Πάμε να φύγουμε αμέσως, είπα στον εκδότη μου, άκου να δώσω εκατό ευρώ για ενα σακκάκι... 
-  - Ναι αλλά σου πήγαινε. Τωρα πως θα εμφανιστείς;
-  - Κοιτα ο γαμπρός μου εχει πολλά, θα δανειστώ ένα για τη παρουσίαση και του το επιστρέφω.
-  - Μα νομίζω σου ρίχνει δύο κεφάλια αντέτεινε αυτός.
-  - Ναι αλλά εγώ εχω μακριά χέρια του απάντησα.
 Κοιταξε με περιέργεια μια εμένα και μια τα χέρια  μου.
-  - Δεν σου φαίνεται είπε...
Του έριξα μια περιφρόνηση και συνεχίσαμε το ταξίδι. Πράγματι το σχέδιο λειτούργησε, το σακκάκι του γαμπρού μου βρέθηκε, λίγο παράταιρο, ριγέ και μάλλον πιο μακρύ στα χέρια. Φώναζε πως ήταν λύση ανάγκης,  αλλά δε βαριέσαι γλυτώσαμε τα εκατό ευρω. Άσε που μερικοί πιο προχώ το πήραν για πολύ chic… Κι ας ήταν εκείνο το ριγέ των ηλικιωμένων συνταξιούχων, το παλιομοδίτικο.
Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής θυμήθηκα  τα δυο ριγέ κοστούμια της Πατησίων. Ηταν στα 1979, νεαροί σπουδαστές με τον φίλο μου τον Χρήστο.  Οι έξοδοι μας απ τη στρατιωτική σχολή ήταν Σάββατο και Κυριακή, αν δεν είχαμε υπηρεσία, αν δεν ήμασταν τιμωρημένοι, αν το επέτρεπαν τα οικονομικά και άλλα πολλά. Στερημένοι νέοι, προσπαθούσαμε στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεση μας, να ζήσουμε τη νιότη υπό ομηρεία και  υπό προθεσμία. Πως όμως να τη πιάσεις; Τότε ούτε κινητά υπήρχαν, ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Συνεπώς  οι παρέες ήταν περιορισμένες και ειδικά οι εξ επαρχίας βρισκόμασταν σχεδόν στο περιθώριο. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Όχι ότι περάσαμε άσχημα αλλά καμία σχεση με τη φοιτητική ζωή, ούτε καν του καιρού εκείνου όχι του σημερινού.  Υπήρχαν φορές που ακριβώς λόγω της πίεσης και της απομόνωσης κάναμε φοβερές πλάκες αλλά και πράγματα ακατανόητα.
Γιατί πως αλλιώς να εξηγήσεις την ιστορία με τα ριγέ κοστούμια;  Εξ επαρχίας προερχόμενοι και οι δύο, εγώ κι ο Χρήστος, με περιορισμένα οικονομικά, είναι λογικό η γκαρνταρόμπα μας να εκτείνεται σε δυό τρία μπλου τζιν, μερικά πουκάμισα καλοκαιρινά, λίγα πουλόβερ για το χειμώνα και κάνα μπουφάν για τα κρύα, εγώ δε κι ένα παλτό που είχα πάρει απ τον αδελφό μου. Στις εξόδους μας συνήθως πηγαιναμε ή με τα πόδια ή με τα τρόλε. Σε μια πορεία λοιπόν απ τη Φωκίωνος Νέγρη μέχρι την πλατεία Ομονοίας, επί της Πατησίων σταματήσαμε σε μια βιτρίνα όπου υπήρχε μια τεράστια επιγραφή:   Ξεπουλάμε λόγω κλεισίματος. Τα μάτια μας έπεσαν σε δυο πανομοιότυπα ριγέ κοστούμια όπου η διαφορά τους ήταν στη πυκνότητα της ρίγας. Άγνωστον γιατί μας ενέπνευσαν τα κοστούμια αυτά.Για το ριγέ ή για την ελκυστική τιμή τους ή και για τα δύο ίσως. Καθόμασταν και  τα κοιταζαμε.  Εγώ φανταζόμουνα πως τα φοράγαμε κι οι  δυό σαν μοντέλα σε γέφυρα ομορφιάς, κορμοστασιές λεβέντικες, τι κι αν περνάγαμε κι οι δυο με τη βία το ένα κι εβδομήντα. Μοντέλα γίγαντες μας φανταζόμουνα, να βγαίναμε στα καφέ της Φωκίωνος για καμάκι και να γινότανε χαμός. Απ ότι δε καταλάβαινα, αφού με τον Χρήστο μιλάγαμε με τα μάτια, το ίδιο σκεφτόταν κι αυτός. Ωραία κοστούμια Χρήστο ε; Ναι, ωραία, να τα αγοράζαμε αλλά πως;  Πόσα έχεις  ρωτάω, βγαζει και μετραει, 855 εσύ; 1200. Όχι ρε συ, μας λείπουν 45 δραχμές, 1050 το ενα κάνουν. Να σου πω, πάμε σπίτι δεν πρέπει να τα χάσουμε τα κοστούμια αυτά, κάτι σκέφτηκα. Πράγματι αφού εξηγησα την ιδέα μου γυρίσαμε στη Πολυμνίας στην Κυψέλη κι αρχίσαμε να ψάχνουμε τσέπες, σε χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά ρούχα, κάτω απ το κρεβάτι, πίσω απ το ψυγείο και ω του θαύματος, από δω κι από κεί μαζεύτηκαν οι σαρανταπέντε δραχμές. Νενικήκαμεν φωνάζαμε πανηγυρίζοντας, τα ριγέ κοστούμια είναι δικά μας. Πράγματι επιστρέαμε στη Πατησίων, κανουμε τη πρόβα, φυσικά μας βγήκαν λίγο μακριά τα μανίκια και τα μπατζάκια και με πολύ πίκρα τ αφήσαμε για κόντεμα και θα τα παίρναμε το επόμενο Σάββατο, στην έξοδο μας. Βγήκαμε να συνεχίσουμε τη βόλτα. Χρήστο, λέω, κάτι δεν υπολογίσαμε. Με κοίταξε τρομοκρατημένος μην κάναμε κάποιο λάθος και χάσαμε τα ριγέ κοστούμια. Όχι του λέω, τα ριγέ είναι δικά μας. Αλλά τι θα φάμε σήμερα κι αύριο; Έ, έχει ο Θεός απάντησε. Ο Θεός είχε εμείς δεν ειχαμε όμως και την άλλη μέρα αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε απ τις δώδεκα το μεσημέρι στη Σχολή για να προλάβουμε το γεύμα. Αλλά χαλάλι τους, δεν το μετανοιώσαμε. Είχαμε τα ριγέ κοστούμια.
Το επόμενο Σάββατο πήραμε με μεγάλη χαρά τα κοστούμια μας. Τα φορέσαμε και κοιταζόμασταν στον καθρέφτη. Τι χαρά... Τα πρώτα μας κοστούμια. Και ριγέ έτσι; Ε κι εκείνη τη καταραμένη ώρα περασε μια φίλη, ούτε που θυμάμαι ποιά, η οποία όμως περί μοδός ήταν αξεπέραστη. Με το που μας είδε ντυμένους με τα ριγέ κοστούμια, άρχισε να γελά και να μη σταματά. Εμείς κοιτάζαμε απορημένοι. Θα πάρετε μέρος σε καμια παράσταση;  μας ρώτησε. Όχι απάντησα, γιατί; Γιατί μη μου πείτε ότι δώσατε λεφτα να αγοράσετε αυτά τα προπολεμικά κοστούμια. Αυτά είναι για εβδομήντα χρονών και πάνω. Τη μισήσαμε πάραυτα. Μας γκρέμισε το όνειρο η πουτάνα με εκείνο το γέλιο. Από μοντέλα γίγαντες γίναμε με τη μία παλιόγεροι, ωιμέ μας.
Εν κατακλείδι μετά το ατυχές αυτό συμβάν δεν φορέσαμε ποτέ τα ριγέ κοστούμια χωρίς καν να το συζητήσουμε
Κι έτσι λοιπόν και για μένα και για τον Χρήστο αλλά και για όλους μας

Φεύγουν τα χρόνια
και θυμίζει η τροχιά τους
σπίθες τη νύχτα
που τις σέρνει ο βοριάς
και το φορτίο τους
ξεχνούν στο πέρασμά τους
πάνω στους ώμους μας
στα φύλλα της καρδιάς

Είχα επισκεφτεί τον Χρήστο στη Τσαριτσάνη της Ελασσόνος. Ηταν Κυριακή, ξυπνήσαμε λίγο πιο αργά, μετά την οινοποσία του Σαββάτου κι απολαμβάναμε  τον καφέ στην αυλή. Την ώρα εκείνη έρχεται από την εκκλησία ο μπάρμπα Βαγγέλης, ο πατέρας του Χρήστου, καμαρωτός με ένα υπέροχο ριγέ κοστούμι, και γαρύφαλλο στο πέτο
- Ρε συ το ριγέ κοστούμι της Πατησίων, του λέω
- Ναί, έπιασε τόπο, μου λέει σοβαρά. Το δικό σου; ρωτάει
- Ούτε που θυμάμαι του λέω, κάπου το έδωσα κι αφού τον κοίταξα λίγο σοβαρά, ξεκαρδίστηκα στα γέλια, ακολουθούμενος απ τα πνιχτά χάχανα του, μην παρεξηγηθεί ο μπάρμπα Βαγγέλης
Και η ζωή συνεχίστηκε αφού...

Τα χρόνια αλλάζουν αριθμούς
και ταξιδεύουν
μα δεν αλλάζουνε
τα βάσανα για μας
και το φορτίο τους
αφήνουν όπως φεύγουν
πάνω στους ώμους μας
στα φύλλα της καρδιάς

Καποιον χειμώνα ήμουνα στο χωριό μου και ως είθισται οι κηδείες  είναι μέρος της καθημερινότητας στα γηρασμένα χωριά μας... Ο μπάρμπα Πάνος συγχωρέθηκε στα ενενήντα και βάλε. Το βράδυ μαζευτήκαμε στο σπίτι του τεθνεώτος να τον κλάψουμε. Είχα πάει ενα μπουκάλι ούζο μια κι ο συγγενής μου  ήταν εξαιρετικός ουζομάχος. Και τι το φοβερό είδα και ξαναβρήκα τη μνήμη μου; Το ριγέ κοστούμι της Πατησίων συνδυασμένο με το πλατύ χαμόγελο του μυστακοφόρου Μπάρμπα Πάνου. Θυμήθηκα λοιπόν πως κάποια στιγμή το ειχα δωρίσει στον συγγενή μου.  Βγήκα έξω και πήρα τηλέφωνο στο Χρήστο
-  - Έλα κουμπάρε βρήκα το δευτερο κοστούμι
-  - Τι λες ρε ποιο κοστούμι;
-  - Το ριγέ της Πατησίων
-  - Αλήθεια; Είπε κι άρχισε να γελά τρανταχτά. Πού ηταν ;
-  - Επιασε τόπο, του ειπα
-  - Τι τόπο;
-  - Τόπο χλοερό και τόπο αναπαύσεως. Ο μπάρμπα Πάνος  συγγενής μου , του το είχα δωρίσει πριν χρόνια, πέθανε και το φοράει χαμογελαστός στο φέρετρο κι όπως καταλαβαίνεις  πάνε μαζι στον τάφο
-  - Νέος;
-  - Νέος ειπα γελώντας, είχε περάσει τα ενενήντα
-  - Ε γούρι του εφερε. Κι ο μπαρμπα Βαγγέλης πέρασε τα ενενήντα
-  - Είναι που τα πήραμε με τόσο πόθο και δεν τα φορέσαμε ποτέ;
- - Ξέρω εγω, απάντησε, ανέβα πάνω για καμιά οινοποσία να το αναλύσουμε

Ανέβηκα κι αφιερώσαμε  ένα ρέκβιεμ στα ριγέ κοστούμια της Πατησίων καταναλώνοντας αρκετό κρασί και  μεζέδες  σ ενα ζεστό κουτούκι της Θεσσαλονίκης υπό τους ήχους λαϊκών ασμάτων, φτάνοντας ξημερώματα στο συμπέρασμα ότι εμείς θα περάσουμε τα εκατό αφού τα είχαμε αγαπήσει εκέινα τα ριγέ κοστούμια κι ας μη τα φορέσαμε ποτέ!

 Κι  έτσι λοιπόν

Η ζωή μας τελειώνει
καφενείο και ταβέρνα
η ζωή μας τελειώνει
μ'ήρωες του σινεμά
η ρουτίνα μας κερνάει
για να πιούμε άλλο ένα
απ'τα χρόνια μας που φεύγουν
γύρω μας ειρηνικά
τόσο απλά, τόσο ρηχά
τόσο συνηθισμένα.
*

* Αφιερωμένο  στο φίλο Χρήστο για τα χρόνια της αθωότητας


* ‘’Η ζωή μας τελειώνει΄΄ Δημήτρης Χατζηδιακός