‘’Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ’’ του Γιάννη Καλπούζου ή αλλιώς λογοτεχνία ανωτάτου επιπέδου

Οταν ειχα γνωρίσει απο κοντά το συγγραφέα Γιάννη Καλπούζο, του ομολόγησα απροκάλυπτα ότι τον μισώ ιδιαιτέρως για έναν και μόνο λόγο. Οταν υπάρχεις εσυ και παρουσιάζεις στο αναγνωστικό κοινό αυτά τα λογοτεχνικά διαμάντια, οι φερέλπιδες συγγραφείς, όπως εγω, θα πρέπει να σκίσουμε τα γραπτά μας και να μην ασχοληθούμε ξανά, γιατί παθαίνεις μια κρίση ταυτότητας. Ποιος είμαι, τι θέλω να κάνω και τα τοιαύτα. Βεβαια καθ’ υπερβολήν και με διάθεση χιούμορ και αυτοσαρκασμού, αλλά υπάρχει και πολύ αλήθεια σε αυτο που είπα.
Ηταν πριν μερικά χρόνια όταν ήλθα σε επαφή με τα βιβλία του Καλπούζου. Κατ αρχήν με το Ιμαρέτ και στη συνέχεια μαγεμένος, διάβασα ολα του τα βιβλία, μονορούφι, Άγιοι και δαίμονες, Ουρανόπετρα, Οτι αγαπώ ειναι δικό σου. Με γοήτευσε η γραφή του, χάθηκα στις περιγραφές του,  το λεκτικό ποτάμι που κυλάει στις σελίδες του και που πότε πάει σιγανά, μουσικά και πότε γίνεται χείμαρος, με ταξίδεξε, με έριξε σε θάλασσες και πέλαγα.  Δεν ήθελα να τελειώσουν.  Χαρακτήρες δοσμένοι  με ακρίβεια, και γλαφυρότητα,  πλοκή ευρηματική, συναρπαστική, ανατροπές και μέσα σ όλα και ιστορία, στη περιγραφή της καθημερινότητας των καιρών που τοποθετούνται. Πήγα πιο πίσω, διαβασα το πρωτόλειο του, τον Μεθυσμένο δρόμο, αργότερα το ΣΑΟΣ στην επανέκδοση του και  ήρθε και με αποτελείωσε το επικό ΣΕΡΡΑ η ψυχή του Πόντου,  με εκανε να θυμώσω με τα λάθη της φυλής, να συγκινηθώ και να κλάψω με το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού  και να αποθεώσω για μια ακόμη φορά τη συγγραφική δεινότητα του Καλπούζου.
Ομως αυτό το μικρό κείμενο δεν το έγραψα  για να  παρουσιάσω το έργο του συγγραφέα Καλπούζου.  Την απάντηση τη δινουν οι χιλιάδες αναγνώστες που τον έχουν κατατάξει στην κορυφή του πανθέου των Ελλήνων λογοτεχνών. Πριν λίγο καιρό επανεκδόθηκε η συλλογή των διηγημάτων του, ‘’Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ’’ , η οποία εκδόθηκε πρώτη φορά το 2002. Τη διάβασα κι έμεινα άφωνος.  Είχε όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του και πλέον τούτων, μια εξαιρετική  πρωτοτυπία στα θέματα του,  που σε έβαζε σε άλλη λογοτεχνική διάσταση, ξεχωριστή, περνάς σε ανώτατο λογοτεχνικό επίπεδο.  Αναρωτιέσαι για την έμπνευση, τη σύλληψη,  τη δημιουργία  και μακαρίζεις τον συγγραφέα που υπάρχει και  δίνει αυτό το μέγεθος!  Μια μοναχή που δεν θέλει να ξεχασει τον αγαπημένο της κι εχει στο εικονοστασι την εικόνα του κι η αγωνία της να μη ξεχάσει ποτέ, ένας γκρεμός που διηγειται την αποτρόπαια ιστορία του υπό τους ήχους  κλαρίνων που έπαιζαν τρία μερόνυχτα ασταμάτητα,  ο Φιλ, ενα απλό ποτήρι, σύντροφος σε διαταραγμένο εγκέφαλο, η αλλόκοτη τσιγγάνα Λουνέμα, αλήθεια ή ψέμα, ο παράφρων αυτόχειρας φωτογραφος κι ο τρόπος που λειτούργησε στο τριτο φλας,  η ταξιδιάρικη μπλέ Απόχρωση  ονείρου,  το κωμικοτραγικό  Όχι άλλα λάθη,  το ονειρικό Μόνο να τους αγγιζα  και όλα τα υπόλοιπα υπέροχα διηγήματα του. Στο τέλος, κερασάκι στη πεντανόστιμη τούρτα,  Ο λύκος ο σταχτής, ο σαϊτεμένος απ τον έρωτα, μια συγχρονη παραλογή που τη διαβάζεις, τη ξαναδιαβάζεις και δεν την χορταίνεις, μελοποιήθηκε μάλιστα πρόσφατα απ το μουσικό σχήμα Κρανίδες
Οταν τελείωσα την ανάγνωση μου γεννήθηκε το εξής ερωτημα: Δεκαπέντε χρόνια αυτά τα αριστουργήματα  δεν ειχαν βρει το δρόμο του αναγνωστικού κοινού. Γιατί; Δηλαδή τι διαβάζει ο Έλληνας; Και που ειναι εκείνοι οι κριτικοί που εκθειάζουν τον έναν και τον άλλον; Ειναι δυνατόν δεκαπέντε χρόνια χωρις να εχει βρει τη θεση που αξίζει αυτό το εκπληκτικό ανάγνωσμα;  Αυτό μου εξηγει κι άλλα βέβαια για το πως λειτουργεί το σύστημα, γιατι ο Καλπούζος δεν ειναι παιδι του συστήματος και της όποιας πληρωμένης ή όχι διαφήμισης..
Κοντολογίς, όσοι ασχολούνται με τη λογοτεχνία, όσοι διαβάζουν, όσοι θέλουν τη πνευματική απόλαυση, σπεύστε και διαβάστε  τα διηγήματα του Καλπούζου.
Γιατί επιτέλους, καποιοι δεν πρεπει να ξεχνάμε ποτέ την ανώτατη λογοτεχνία. Και να μιλάμε γι αυτήν  και να γράφουμε
Εγώ τουλάχιστον το νιώθω σαν χρέος...